Κομμουνιστικό Ρεύμα

για την επανεμφάνιση του κομμουνισμού , την συντριβή του εθνικισμού και του αντι-ιμπεριαλισμού , την αναγέννηση του επαναστατικού κινήματος

Herbert Marcuze – ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος

Επιμέλεια – ιστολόγιο Σημειωματάριο Κήπων

η ανατρεπτική σκέψη τού χέρμπερτ μαρκούζε (και ολόκληρης τής κριτικής θεωρίας) αφού πυροδότησε τή μεγαλύτερη εξέγερση (τής φαντασίας) στον αιώνα που πέρασε και τήν μεγαλύτερη επανάσταση (τού έρωτα) στους αιώνες που πέρασαν, πολεμήθηκε όσο καμιά άλλη – αν ίσως εξαιρέσουμε τήν κατασυκοφάντηση τού επίκουρου και τήν προσπάθεια να αγνοηθεί με κάθε τρόπο η τεράστια σημασία τού giordano bruno – μολονότι τόσο η «απόκλιση» τού επίκουρου στη βιολογία (και η θεωρία του τής ηδονής στην ψυχανάλυση) όσο και οι «άπειροι κόσμοι» τού μπρούνο στη σημερινή (αστρο)φυσική τουλάχιστον, πάει καιρός που έχουν σιωπηρά (απολύτως ; ) αναγνωριστεί και δικαιωθεί… Δεν πρόκειται να κάτσω ν’ αναλύσω τώρα τούς λόγους, γιατί εγώ είμαι ανεπαρκής (ή βαριέμαι) και αυτοί είναι μάλλον λογικοί (και επομένως σαφείς) – θυμάμαι απλώς τήν ανάμνηση κάποιου μαθητή τού μαρκούζε που τόν θυμάται κι αυτός με τή σειρά του να υπογραμμίζει σκεφτικός απόσπασμα (γαλλικού) φληναφλήματος τής μεταμοντέρνας δόξας και να περιγράφει θλιμμένα (μμμ, τό γερμανοεβραϊκό του χιούμορ δεν νομίζω να τό έχασε πάντως ποτέ) : «και αυτό θεωρείται σήμερα φιλοσοφία»

παρόλο που ο μαρκούζε έζησε περισσότερο από τούς άλλους φίλους του στη σχολή τής φραγκφούρτης (που είχε μετοικήσει στο μεταξύ σούμπιτη, από φραγκφούρτη προς αμερικάς για να γλιτώσει τίς πυρές τού χίτλερ (εκτός από τόν βάλτερ μπένγιαμιν που αυτοκτόνησε στην ευρώπη φοβούμενος ότι δεν επρόκειτο να τίς γλιτώσει)) δηλαδή και τόν μαξ χορκχάϊμερ και τόν τέοντορ αντόρνο, και τόν έριχ φρομ, και άλλους, ελάσσονες αλλά καθόλου ασήμαντους, (και μην ξεχνάμε ότι και ο βίλχελμ ράιχ αυτοεξορίστηκε τότε επίσης, αλλά αυτός κατέληξε σε αμερικάνικη φυλακή και πέθανε πριν προλάβει να γίνει η δίκη του – πρόλαβε να δει όμως τά βιβλία του να καίγονται σε, αμερικάνικη τώρα, πυρά – εμπειρία που τήν είχαν όλοι τους κατά τ’ άλλα και στην εθισμένη σ’ όλα αυτά ευρώπη) πεθαίνοντας λοιπόν ο μαρκούζε στα τέλη τής δεκαετίας τού ’70 (και συγκεκριμένα τό ’79) πρόλαβε – αφού έζησε τήν εξέγερση και θεωρήθηκε και γκουρού της (καθόλου δεν τού αρέσαν αυτά) –, να ζήσει τήν επέλαση τής εκ νέου λαίλαπας τής «θετικής σκέψης» και τόν θρίαμβο τής αντεπίθεσης τού «ρεαλισμού». Τό «είμαστε πραγματιστές κι επιδιώκουμε τό απραγματοποίητο» (κατά ελαφράν παράφρασιν τού συνθήματος τού ’68) μετατράπηκε ρεαλιστικότατα σε «είμαστε ρεαλιστές και επιδιώκουμε μόνο τά πράγματα που μπορούμε να επιδιώξουμε – δηλαδή τίποτα». Με γλωσσική επίσης συνέπεια (πολύ χαρακτηριστική) τό «τίποτα» στην ελλάδα αποφάσισε να γίνει (εδώ και λίγα χρόνια) διά ροπάλου «κάτι»… Οι μαύροι δηλαδή στην αμερική (που έχουν τά ίδια 400 χρόνια σκλαβιάς πίσω τους με μάς εδώ) φαίνεται ότι εξακολουθούν να είναι (εκτός από πιο ρεαλιστές) και γενναιότεροι όταν εξακολουθούν να βάζουν (εκφραστικότατα – και γράφοντας εκεί που δεν πιάνει μελάνι κάθε δίδαγμα περί γλωσσικής ορθότητας) όταν μιλάνε λοιπόν άνετα με δύο (γενναίες και απανωτές) αρνήσεις στη σειρά – και επιμένοντας ότι κάτι εννοούν μ’ αυτό όταν λένε ότι they don’t mean nothin…

(αλλά μιμούμαστε όλα τά φαινόμενα τού προηγμένου καπιταλισμού μόνο όταν δεν θέτουν σε κίνδυνο τήν υποταγή μας σ’ αυτόν)

δεν θα πολυλογήσω άλλο τού λόγου μου – στο τέλος θα παραθέσω ελάχιστους συνδέσμους (έχουν ήδη υπάρξει κι  άλλοι εδώ (και περισσότερες φωτογραφίες εδώ)) – μια πρακτική (ιντερνετική) εξήγηση μόνο : μίλησα και στο προηγούμενο ποστ για «γκουγκλίσματα» : κατά βάθος δεν έχω ιδέα πώς λειτουργούν αλλά : μού έκανε εντύπωση η σταθερή επίσκεψη (και στα δυο βλογ – από τήν «κίνησή» τους βλέποντας και κρίνοντας) εδώ και καιρό αιτημάτων (δηλαδή γενικού ψαξίματος) τόσο για τόν μαρκούζε ονομαστικά όσο και για τόν μονοδιάστατο άνθρωπο (ή τό έρως και πολιτισμός) ειδικά – μού άρεσε μάλιστα μερικές φορές η λεπτομέρεια στο ψάξιμο (π.χ.: «τί λέει»…) Σ’ αυτές τίς ανώνυμες και τούς ανώνυμους γκουγκλιστές υπακούω σήμερα και παραθέτω από δω και στο εξής, και για όσο καιρό κάνουμε κέφι αμφότεροι – θα τό καταλάβω –, σε συνέχειες αποσπάσματα από τό πρώτο

(ξέρω βέβαια ότι γκουγκλίζοντας δεν ψάχνουν οι άνθρωποι για μένα αλλά για τά βιβλία και τόν άνθρωπο, και συνεπώς μη βρίσκοντας ίσως πολλά ώς τώρα (κάποια όμως βρήκαν, τουλάχιστον βιβλιογραφία) μπορεί οι ίδιοι και να μην ξανάρθουν… Όμως δεν έχει και τόση σημασία : σημασία έχει ότι οι καιροί τής εξέγερσης ξανάρχονται, σε παγκόσμιο επίπεδο, τό βλέπουμε και τό ζούμε – και οι καιροί τής εξέγερσης είναι οι καιροί τού μαρκούζε και τής κριτικής θεωρίας πάνω από κάθε τι άλλο… Η πρακτική τού ρεαλισμού έφαγε τά ψωμιά της, η θετική σκέψη επεκτάθηκε ώς εκεί που πρέπει ν’ αρνηθείς ολόκληρο τό σώμα και τή ζωή σου για να δεχτείς ως ζωή και ως σώμα ό,τι σού προσφέρεται δηλαδή και σού απομένει, κι επομένως η ώρα τής μεγάλης άρνησης τής ασκητείας, η άρνηση τού φτωχού κι ανέραστου ρεαλισμού έφτασε, ή θα φτάσει, πάλι… εκεί μονίμως μπορούμε να συναντιόμαστε…)

αποσπάσματα από τήν εισαγωγή/η νάρκωση τής κριτικής : μια κοινωνία χωρίς αντιπολίτευση

η κριτική θεωρία δεν δέχεται τό δοσμένο σύνολο γεγονότων σαν ένα πλαίσιο οριστικά διαμορφωμένο

μπρος σε γεγονότα φαινομενικά αντιφατικά η κριτική ανάλυση συνεχίζει να θεωρεί τήν ανάγκη τής κοινωνικής αλλαγής περισσότερο φλέγουσα και πιεστική από ποτέ

η πραγματικότητα και τά μέσα καταστροφής έχουν μια ταυτόχρονη ανάπτυξη· η ανθρωπότητα απειλείται με ολοκληρωτικό όλεθρο· η σκέψη, η ελπίδα, ο φόβος είναι στο έλεος τής εξουσίας· η αθλιότητα γειτονεύει με τεράστια πλούτη. Τά φαινόμενα αυτά, ακόμα κι αν δεν αποτελούν τόν λόγο ύπαρξης τής κοινωνίας αλλά μόνο τά δευτερογενή αποτελέσματά της, δεν δικαιολογούν μια αμερόληπτη αμφισβήτηση αυτής τής κοινωνίας ; Ο ορθολογισμός της, η πρόοδός της και η ανάπτυξή της είναι φαινόμενα ανορθολογικά στην αρχή τους 

τό γεγονός ότι τό μεγαλύτερο μέρος τού πληθυσμού, εγκλιματισμένο σ’ αυτόν τόν τρόπο σκέψης, δέχεται αυτή τήν κοινωνία, δεν τήν κάνει περισσότερο λογική και λιγότερο αξιοκατάκριτη. Η διάκριση ανάμεσα στην αληθινή και στην κίβδηλη συνείδηση, ανάμεσα στο πραγματικό και στο άμεσο συμφέρον, δεν έχασε τίποτα απ’ τή σημασία της. Πρέπει όμως να αποδειχτεί. Κάθε άνθρωπος πρέπει να τήν αναζητήσει και να βρει τό μονοπάτι που θα τόν φέρει από τήν κίβδηλη στην αληθινή συνείδηση, απ’ τό άμεσο στο πραγματικό του συμφέρον. Και μπορεί να τό κάνει μόνο όταν αισθανθεί τήν ανάγκη ν’ αλλάξει τόν τρόπο ζωής του, ν’ απορρίψει τό θετικό, ν’ αρνηθεί.

πρέπει λοιπόν να αμφισβητηθούν τά πάντα

ένα τυχαίο γεγονός μπορεί ν’ αλλάξει τήν κατάσταση, αλλά αν δεν συγκλονισθεί η ίδια η συμπεριφορά τού ανθρώπου με τή συνειδητοποίηση από μέρους του τού τί έγινε και τί εμποδίστηκε να γίνει, ακόμα και μια καταστροφή δεν πρόκειται να φέρει ποιοτική αλλαγή

σ’ αυτήν τήν κοινωνία ο παραγωγικός μηχανισμός τείνει να γίνει ολοκληρωτικός, με τήν έννοια ότι καθορίζει ταυτόχρονα τίς δραστηριότητες, τίς μορφές και τίς ικανότητες που απαιτεί η κοινωνική ζωή, και τίς επιθυμίες και τίς ανάγκες τών ανθρώπων. Έτσι δεν υπάρχει πια αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια και τήν ιδιωτική ζωή, στις κοινωνικές και τίς ατομικές ανάγκες. Η τεχνολογία επιτρέπει τήν εγκαθίδρυση καινούργιων, πιο αποτελεσματικών και πιο ευχάριστων, μορφών κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικής συνοχής. Υπάρχει και μια άλλη πλευρά αυτής τής ολοκληρωτικής τάσης : ξαπλώνεται στις λιγότερο ανεπτυγμένες ή και προβιομηχανικές περιοχές τού κόσμου

με τήν ιδιότητά της τού τεχνολογικού συνόλου, η προχωρημένη βιομηχανική κοινωνία είναι και  π ο λ ι τ ι κό   σύνολο, είναι η τελευταία φάση ενός ειδικά ιστορικού  σ χ ε δ ί ο υ.   Πραγματοποιούνται, δηλαδή, η γνώση ο μετασχηματισμός και η οργάνωση τής φύσης, σαν απλά υποστηρίγματα τής κυριαρχίας

μέσα απ’ τήν τεχνολογία, η μόρφωση η πολιτική και η οικονομία ανακατεύονται σ’ ένα πανταχού παρόν σύστημα που καταβροχθίζει ή απωθεί κάθε αντίρροπη τάση. Αυτό τό σύστημα διαθέτει μεγάλη παραγωγικότητα, κι ένα διαρκώς αυξανόμενο δυναμικό, που σταθεροποιούν τήν κοινωνία και περιορίζουν τήν τεχνική πρόοδο μέσα στο καταπιεστικό σχήμα. Ο τεχνολογικός ορθολογισμός έγινε ορθολογισμός πολιτικός

διαφωτιστικά είναι απ’ αυτή τήν άποψη τό ράδιο και η τηλεόραση. Αρκεί να ακούει κανείς επί μία ώρα μερικές μέρες συνέχεια, χωρίς να τά κλείνει, τήν ώρα τών διαφημίσεων αλλάζοντας κατά διαστήματα σταθμό

αποσπάσματα από τό πρώτο μέρος/η μονοδιάστατη κοινωνία/κεφάλαιο 1 : οι καινούργιες μορφές ελέγχου

η άνεση, η αποτελεσματικότητα, η λογική, και η έλλειψη ελευθερίας μέσα σ’ ένα δημοκρατικό πλαίσιο, νά τι χαρακτηρίζει τόν προχωρημένο βιομηχανικό πολιτισμό και συνηγορεί για τήν τεχνική πρόοδο.

με τή θεσμοποίησή τους και τήν ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία, οι ελευθερίες και τά δικαιώματα συμμερίστηκαν και τήν τύχη αυτής τής κοινωνίας. Η υλοποίησή τους εξαφάνισε τίς προϋποθέσεις τους.

οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει  α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η  από τήν οικονομία, απελευθέρωση απ’ τήν καθημερινή πάλη για τήν ύπαρξη, απαλλαγή απ’ τήν ανάγκη να κερδίζουμε τή ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει  α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η  απ’ τήν πολιτική αυτή πάνω στην οποία τά άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση τής ατομικής σκέψης, που είναι σήμερα πνιγμένη από τά μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα τής διαπαιδαγώγησης· θα πρέπει ακόμα να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές τής «κοινής γνώμης», και η ίδια η κοινή γνώμη ακόμα. Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι δυνάμεις που τίς αντιμάχονται.

τό αποτέλεσμα είναι η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές.

τό γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τίς οποίες ζει τό άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τίς ανάγκες, με αποτέλεσμα τό άτομο να τίς κάνει πια δικές του, να ταυτιστεί μαζί τους, και να αναζητά τόν εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα τό πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας που τά κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν τήν καταπίεση.

οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο από τήν ήττα και τήν αμάθεια. Είναι όμως και ένα γεγονός που πρέπει ν’ αλλάξει, και τό άτομο που «ευημερεί» έχει τό ίδιο συμφέρον ως προς αυτό, όσο και εκείνοι που πληρώνουν τήν ευημερία του με τή δικιά τους αθλιότητα.

σε τελευταία ανάλυση, τά ίδια τά άτομα είναι εκείνα που θ’ απαντήσουν σ’ αυτό τό ζήτημα τών αληθινών και τών πλαστών αναγκών, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, όταν δηλαδή θα είναι ελεύθερα να δώσουν τίς καθαρά δικές τους απαντήσεις. Όσο δεν έχουν καμιά αυτονομία, όσο είναι ετερόφωτα κι ετεροκαθοριζόμενα (και στο επίπεδο τών ενστίκτων τους έστω), η απάντηση που θα δίνουν δεν θα μπορεί να θεωρηθεί σαν δική τους. Για τόν ίδιο λόγο όμως, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να διεκδικήσει τό δικαίωμα να καθορίσει τίς ανάγκες που θα πρέπει να καλλιεργηθούν και να ικανοποιηθούν. Ένα τέτοιο δικαστήριο θα πρέπει να τό απορρίψουμε· απ’ τήν άλλη όμως αυτό δεν θα πρέπει να μάς κάνει να παρατήσουμε τό πρόβλημα : με ποιον τρόπο, άνθρωποι που έχουν υποστεί αποτελεσματική και πετυχημένη κυριάρχηση, θα μπορέσουν να πλάσουν οι ίδιοι τίς συνθήκες τής ελευθερίας ;

όσο η διοίκηση τής καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο περισσότερο τά άτομα δυσκολεύονται να καταλάβουν τά μέσα που θα τούς επιτρέψουν να τερματίσουν τήν υποδούλωσή τους και να αποκτήσουν τήν ελευθερία τους. Βέβαια, τό να θελήσει κάποιος να επιβάλει γενικευμένα τή Λογική σε ολόκληρη τήν κοινωνία, αυτό είναι μια παράδοξη και σκανδαλώδης ιδέα – έχουμε όμως τό δικαίωμα και να αμφισβητήσουμε τήν αρετή μιας κοινωνίας που αυτή τήν ιδέα τήν γελοιοποιεί ενώ ταυτόχρονα η ίδια ασκεί πάνω στον κόσμο της μια καθολικά γενικευμένη εξουσία.

για κάθε απελευθέρωση χρειάζεται πρώτα η συνειδητοποίηση τής σκλαβιάς

(συνεχίζεται)

© για τή μετάφραση:«herbert marcuse/ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη/εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one dimensional man ©  boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)

στο αρχείο τού μαρκούζε  διαβάζετε τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» στα αγγλικά
στη σελίδα τών εκδόσεων από τό σάιτ τού μαρκούζε βλέπετε βιβλία του σε διάφορες γλώσσες
πρόκειται για τήν οικογενειακή ιστοσελίδα τού μαρκούζε, και εδώ είναι τό τμήμα τό αφιερωμένο στον ίδιο (τό σάιτ τό έφτιαξε ο εγγονός του harold)

βιβλία τού μαρκούζε μεταφρασμένα στα ελληνικά
και μια σύντομη βιογραφία στην wikipedia

marcuse@history.ucsb.edu

μέρος δεύτερο

στην πρώτη συνέχεια, εκτός από μια μικρή δικιά μου εισαγωγή και τά πρώτα αποσπάσματα απ’ αυτό τό (ιστορικό αλλά ολοζώντανο) (και διάσημο (όσο κι αν τό ίδιο αντιστέκεται σ’ αυτού τού είδους τούς χαρακτηρισμούς)) βιβλίο, υπάρχουν στο τέλος και μερικοί σύνδεσμοι – πράγμα που θα συνεχίζεται σε κάθε ανάρτηση αφιερωμένη στον μονοδιάστατο άνθρωπο (άνθρωπο για όλες τίς εποχές (δυστυχώς) ουσιαστικά) τού χέρμπερτ μαρκούζε : στο σημερινό ποστ πρόσθεσα στο τέλος κι άλλα βιβλία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά (να σημειώσω μόνο ότι η πρώτη εμφάνιση τού μαρκούζε στην ελλάδα έγινε στις αρχές τής δεκαετίας τού ’70 από τίς εκδόσεις κάλβος (τό έρως και πολιτισμός – τώρα υπάρχει σε μια επανέκδοση τής δεκαετίας τού ΄80) και είχε βγει κι ένα μικρό βιβλιαράκι στις εκδόσεις «ρόμβος» (ήτανε, αν θυμάμαι καλά, συμπίλημα κάποιων δοκιμίων του με τόν τίτλο «εξέγερση–αναρχισμός–μοναξιά» (δεν υπάρχει πια) : δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι εκδόσεις έρασμος είναι κυρίως που έβγαλαν συστηματικά βιβλία τής κριτικής θεωρίας – (δέστε για παράδειγμα μερικούς τίτλους  εδώ, εδώ και εδώ) όλες εκείνες τίς δεκαετίες πριν γίνει η «σχολή τής φραγκφούρτης» πλατύτερα γνωστή στην ελλάδα, και εκδοθούν κάποια «μεγάλα» έργα της (όπως η διαλεκτική τού διαφωτισμού τών χορκχάϊμερ & αντόρνο) και από «μεγάλους» εκδότες
η «κίνηση» (μια που μιλήσαμε και για γκουγκλίσματα αρκετά ώς εδώ) μού δείχνει ότι σάς ενδιαφέρει, κι ας διαβάζετε (οι περισσότεροι ή) οι περισσότερες (βλέπω μόνο αριθμούς!) χωρίς να γράφετε – δεν έχει σημασία, εγώ έτσι κι αλλιώς θα συνεχίσω : και για όσες και όσους μού έγραψαν, και για όσους διαβάζετε σιωπηλοί – για μένα είναι απόλυτα κατανοητές και σεβαστές και οι δύο στάσεις – εξάλλου δεν απόβλεψα στις έτοιμες δημοφιλίες ούτε στα προσωπικά μου γραφτά, τώρα, και με αφορμή τόν μαρκούζε, θα ενδιαφερθώ για τά τέτοια ;

πρώτο μέρος / η μονοδιάστατη κοινωνία / κεφάλαιο 1 : οι καινούργιες μορφές ελέγχου (συνέχεια)

είναι χαρακτηριστικός για τή σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία ο τρόπος που καταπνίγει τίς ανάγκες εκείνες που ζητούν απελευθέρωση – μαζί και τήν ανάγκη απελευθέρωσης από κάθε άνεση, ανάπαυση και κομφόρ – και παράλληλα στηρίζει και δικαιολογεί τήν καταστροφική δύναμη και τήν καταπιεστική λειτουργία τής κοινωνίας τής αφθονίας. Ο κοινωνικός έλεγχος γέννησε τήν ακατάπαυστη ανάγκη να παράγεται και να καταναλώνεται τό περιττό, τήν ανάγκη τής αποκτηνωτικής δουλειάς που δεν είναι πραγματικά αναγκαία, τήν ανάγκη μορφών ξεκούρασης που υποβοηθούν και οξύνουν αυτή τήν αποκτήνωση, τήν ανάγκη να διατηρούνται απατηλές ελευθερίες, όπως η ελευθερία τού ανταγωνισμού ανάμεσα σε τιμές απ’ τά πριν καθορισμένες, η ελευθερία ενός αυτολογοκρινόμενου τύπου, η ελευθερία τέλος να διαλέγεις ανάμεσα στις μάρκες και στα γκάτζετς.

περιχαρακωμένη από ένα καταπιεστικό σύνολο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αποτελεσματικό όργανο καταπίεσης

η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τούς αφέντες ούτε τούς δούλους

κι αν τό άτομο εκδηλώνει τό ίδιο με τή σειρά του τίς ανάγκες που άλλοι τού επέβαλαν, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτόνομο, απλούστατα σημαίνει ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός

ο ετεροκαθορισμός δεν αρχίζει τή στιγμή που γίνεται μαζική παραγωγή ραδιοφώνων και μηχανών τηλεόρασης, τών οποίων ο έλεγχος γίνεται εξάλλου συγκεντρωτικά. Όταν οι άνθρωποι μπαίνουν σ’ αυτή τή φάση, έχουν από πολύ πριν αλλοτριωθεί. Εκείνο που έχει τώρα σημασία είναι ότι αμβλύνεται η αντίθεση (ή η σύγκρουση) ανάμεσα στο δυνατό και στο διαδεδομένο, ανάμεσα στις ικανοποιημένες ανάγκες και στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αυτό που ονομάζουν εξίσωση τών τάξεων φανερώνει εδώ τήν ιδεολογική του λειτουργία : τό γεγονός ότι ο εργοδότης κι ο εργάτης βλέπουν τό ίδιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, ότι η δακτυλογράφος ντύνεται τό ίδιο καλά με τήν κόρη τού διευθυντού της, ότι ο Νέγρος διαθέτει Κάντιλακ, κι ότι όλοι διαβάζουν τήν ίδια εφημερίδα, δεν σημαίνει κι ότι οι τάξεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα δείχνει μέχρι ποιο βαθμό οι καταπιεζόμενες τάξεις συμμετέχουν στις ανάγκες και τίς ικανοποιήσεις που εξασφαλίζουν τή διατήρηση τών κυρίαρχων τάξεων

μπορεί να γίνει διάκριση ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στους εκνευρισμούς που προσφέρει τό αυτοκίνητο ; ανάμεσα στις φρικαλεότητες τής αρχιτεκτονικής και στις ανέσεις που δίνει ; ανάμεσα στη δουλειά για τήν εθνική άμυνα και στη δουλειά για να συσσωρεύουν κέρδη τά τραστ ; ανάμεσα στην προσωπική μας ηδονή και στα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που σχετίζονται με τήν αύξηση τών γεννήσεων ;

βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τίς θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας : τόν ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της

στο βαθμό που μετατρέπει τόν κόσμο–αντικείμενο σε διάσταση τού ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τούς εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν τήν ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τά δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό τής κουζίνας τους

σήμερα ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση τής Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων τών ομάδων, όλων τών κοινωνικών συμφερόντων – έτσι ώστε κάθε αντίθεση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη

η πνευματική και συναισθηματική άρνηση τού κονφορμισμού θεωρούνται σαν δείγμα νεύρωσης και αδυναμίας

τό άτομο έχει κατακτηθεί  ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ά  από τή μαζική παραγωγή και διανομή, και η βιομηχανική ψυχολογία έχει από πολύ καιρό ξεπεράσει τά όρια τού εργοστασίου

η απώλεια εκείνου τού πνεύματος όπου η αρνητική σκέψη εύρισκε τή δύναμή της – τήν κριτική δύναμη τού Λόγου – είναι τό ιδεολογικό αντίκρυσμα τής υλικής διαδικασίας με τήν οποία η βιομηχανική κοινωνία αμβλύνει και συμφιλιώνει τίς αντιθέσεις

η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική όταν τά άτομα ταυτίζονται με τήν ύπαρξη που τούς επιβάλλεται, και αφενός πραγματοποιούνται και αφετέρου ικανοποιούνται μέσα σ’ αυτήν. Η ταύτιση αυτή δεν είναι απατηλή· είναι πραγματική. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα πιο προχωρημένο στάδιο αλλοτρίωσης· έγινε μ’ άλλα λόγια ολοκληρωτικά αντικειμενική – και τό αλλοτριωμένο υποκείμενο απορροφήθηκε από τήν αλλοτριωμένη του ύπαρξη : Δεν έχει πια παρά μία μόνο διάσταση, σε οποιοδήποτε τόπο και υπό οποιαδήποτε μορφή. Τά επιτεύγματα τής προόδου δεν φοβούνται μη συναντήσουν ιδεολογική αμφισβήτηση και εξάλλου αδιαφορούν για τή δικαίωσή τους : η «πλαστή συνείδηση» τού ορθολογισμού μετατράπηκε ενώπιον τών δικαστών της σε συνείδηση αληθινή

τά προϊόντα πλάθουν και καθορίζουν μια ψυχολογία. Διαμορφώνουν μια πλαστή συνείδηση που είναι ανίκανη να νιώσει τήν πλαστότητά της. Κι όταν τά προϊόντα αυτά γίνουν προσιτά σ’ ένα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και σε πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα, τότε η δημοσιότητα δημιουργεί έναν τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής καλύτερος από τόν προηγούμενο, και γι’ αυτό, επειδή είναι καλύτερος, αντιστέκεται σε κάθε ποιοτική αλλαγή. Έτσι διαμορφώνεται η  μ ο ν ο δ ι ά σ τ α τ η   σ κ έ ψ η  κ α ι   σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ά

η «ριζική αλλαγή τού τρόπου σκέψης μας» βρίσκεται στον τρόπο που τό κυρίαρχο σύστημα εναρμονίζει όλες τίς ιδέες και τίς προσδοκίες μ’ αυτές που τό ίδιο παράγει, στον τρόπο που τίς απορροφά και στον τρόπο που απαλλάσσεται απ’ όσες είναι ασυμβίβαστες μ’ αυτό. Η εγκαθίδρυση αυτής τής μονοδιάστατης πραγματικότητας δεν σημαίνει ότι βασιλεύει ο υλισμός, ότι οι πνευματικές και μεταφυσικές ενασχολήσεις και οι μποέμικες εκδηλώσεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, κυκλοφορούν πολλά «ας προσευχηθούμε μαζί αυτή τήν εβδομάδα», πολλά «γιατί να μη δοκιμάσουμε τόν Θεό;», πολλά Ζεν, πολύς «υπαρξισμός», πολλοί «μπήτνικς». Αυτές όμως οι μορφές διαμαρτυρίας και υπέρβασης δεν αντιμάχονται τό στάτους κβο, δεν αρνούνται. Αποτελούν μάλλον τό τελετουργικό μέρος ενός πρακτικού μπηχαβιορισμού, τήν ανώδυνη άρνησή του, αφομοιώνονται απ’ τό στάτους κβο γρήγορα κι αποτελούν μέρος τής υγιεινής του δίαιτας.

η μονοδιάστατη σκέψη ευνοείται συστηματικά από τούς χειριστές τής πολιτικής και από τούς προμηθευτές μαζικής πληροφορίας που οι χειριστές αυτοί έχουν στη διάθεσή τους

η κίνηση τής σκέψης αναχαιτίστηκε με φραγμούς που εμφανίζονται σαν όρια τού ίδιου τού Ορθού Λόγου

ο θεωρητικός Λόγος συμμαχεί με τόν πρακτικό Λόγο. Η κοινωνία μάχεται κάθε ενέργεια, κάθε εκδήλωση αντιπολιτευτικού χαρακτήρα· συνακόλουθα, οι έννοιες που εκφράζουν αυτές τίς εκδηλώσεις φαίνονται απατηλές, έχουν χάσει τή σημασία τους. Η ιστορική υπέρβαση μοιάζει πολύ με υπέρβαση μεταφυσική, για τήν επιστήμη λοιπόν και τήν επιστημονική σκέψη είναι ύποπτη.

η «απάτη τού Λόγου» είναι ο Λόγος που εξυπηρετεί, όπως τό έχει κάνει συχνά μέχρι σήμερα, τά συμφέροντα τής καθεστηκυίας τάξης

έρχεται σε σύγκρουση με τήν ελεύθερη σκέψη και συμπεριφορά όταν αυτή προσπαθεί να διασταλεί από τή δοσμένη πραγματικότητα και να συλλάβει τίς απαγορευμένες εναλλακτικές λύσεις. Ο θεωρητικός και ο πρακτικός Λόγος, ο ακαδημαϊκός και ο κοινωνικός μπηχαβιορισμός έχουν κοινό πεδίο δράσης : τήν εξελιγμένη κοινωνία όπου η επιστημονική και τεχνική πρόοδος γίνεται όργανο καταπίεσης

ο όρος «πρόοδος» δεν είναι ουδέτερος όρος· είναι μια κίνηση προς σκοπούς ειδικούς που τούς καθορίζουν οι διάφοροι τρόποι βελτίωσης τής ανθρώπινης ζωής. Η προχωρημένη βιομηχανική κοινωνία βρίσκεται κοντά στο στάδιο εκείνο όπου, αν διαρκέσει η πρόοδος, η τωρινή διεύθυνση και οργάνωσή της θα αναστατωθούν. Τό στάδιο αυτό θα έρθει όταν η υλική παραγωγή θα αυτοματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που θα είναι δυνατό να ικανοποιηθούν όλες οι βασικές ανάγκες, με χρόνο εργασίας ελάχιστο

στο επίπεδο αυτό, η τεχνική πρόοδος θα υπερφαλαγγίσει τό χώρο τής αναγκαιότητας όπου ήταν μέσο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, και όπου η λογική της περιοριζόταν σε καλούπια. Η τεχνολογία τότε θα υποταχτεί στο ελεύθερο παιχνίδι τών δυνατοτήτων τού ανθρώπου στην πάλη για τήν ειρήνευση τής φύσης και τής κοινωνίας. Ο Μαρξ ένα τέτοιο στάδιο οραματιζόταν όταν μιλούσε για τήν «κατάργηση τής εργασίας»

μια ποιοτική μεταβολή θα απαιτήσει ακόμα τή μεταβολή τών τεχνικών βάσεων που στηρίζουν αυτή τήν κοινωνία – τών τεχνικών βάσεων που επιτρέπουν στους οικονομικο–πολιτικούς θεσμούς να επιβάλλουν στον άνθρωπο μια «δεύτερη φύση». Η τεχνική τής βιομηχανοποίησης είναι τεχνική πολιτική, και, σαν τέτοια, έρχεται σε άμεση αντίθεση με τούς στόχους τού Λόγου και τής Ελευθερίας

σ’ αυτό τό στάδιο αντί για αφθονία και ελευθερία έχουμε εισβολή τής καταπίεσης σ’ όλες τίς σφαίρες τής ατομικής ζωής, ενσωμάτωση από μέρους της κάθε αντίθετης τάσης, και απορρόφηση όλων τών κινημάτων ιστορικής αμφισβήτησης. Ο τεχνολογικός ορθολογισμός εκδηλώνει τόν πολιτικό του χαρακτήρα όταν γίνεται ο μέγας αγωγός τής τελειότερης καταπίεσης, οικοδομώντας έναν βαθειά ολοκληρωτικό κόσμο

(συνεχίζεται)
© για τή μετάφραση : «herbert marcuse / ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη / εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one–dimensional man © boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)

σύνδεσμοι :

η international marcuse society, κατάλογος με βιβλία τού μαρκούζε στα ελληνικά, η σελίδα του από τό σάιτ τού douglas kellner τό αφιερωμένο στην κριτική θεωρία (και η εισαγωγή τού ίδιου για τόν μαρκούζε εδώ)


marcuse@history.ucsb.edu

κι αυτό

.

.

μεταφράζω μερικές προτάσεις από αυτή τήν εισήγηση που ο μαρκούζε έκανε, στα πλαίσια ενός συνέδριου με θέμα «η διαλεκτική τής
απελευθέρωσης» στο λονδίνο τό 1967 : τό παραπάνω βίντεο περιλαμβάνει μόνο τά πρώτα 8 λεπτά τής εισήγησής του
(«απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας») – αλλά ολόκληρο τό κείμενο (στα αγγλικά) βρίσκεται εδώ
(θα μού πει βέβαια κανείς ότι η ίδια η διατύπωση απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας σήμερα ηχεί και ειρωνικά
και παράκαιρα, όταν η κοινωνία αυτή τείνει ιλιγγιωδώς πλέον να μετατραπεί σε «παγκόσμια κοινωνία τής
αμεταμφίεστης φτώχειας» : ίσως όμως όχι τόσο ειρωνικά ούτε τόσο παράκαιρα αν σκεφτούμε τίς διαπιστώσεις ακριβώς και τού ίδιου
τού μαρκούζε και τών συνεργατών του τής «κριτικής θεωρίας» για τά στοιχεία που καθορίζουν τό άτομο και τίς (αυτο)ματαιωνόμενες
κατά κανόνα
δυνατότητές του να εξεγερθεί εγκαίρως και ριζοσπαστικά ενάντια στη μεταμφιεσμένη ευημερία του – περί αυτού
ακριβώς και τά αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» που ακολουθούν, και θα ακολουθήσουν)

είμαι πολύ ευτυχής που βλέπω τόσα λουλούδια εδωμέσα, και γι’ αυτό θα ’θελα να σάς υπενθυμίσω ότι τά λουλούδια από μόνα τους δεν έχουν καμιά απολύτως δύναμη, άλλην από τή δύναμη τών ίδιων τών αντρών και τών γυναικών που τά φροντίζουν και τά προστατεύουν από τήν επιθετικότητα και τήν καταστροφή
σαν φιλόσοφος χωρίς ελπίδα, και για τόν οποίο η φιλοσοφία έγινε αξεχώριστη από τήν πολιτική, φοβάμαι ότι θα σάς βγάλω σήμερα έναν λόγο μάλλον φιλοσοφικό, οπότε ζητώ τήν επιείκειά σας. Θα μιλήσουμε για τή διαλεκτική τής απελευθέρωσης (που πιστεύω ότι σαν φράση είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός, μια που η διαλεκτική όλη είναι μια απελευθέρωση) και για τήν απελευθέρωση όχι μόνο με τή διανοητική της σημασία, αλλά για τήν απελευθέρωση που αγκαλιάζει τό σώμα και τό μυαλό μαζί, τήν απελευθέρωση που αφορά ολόκληρη τήν ανθρώπινη ύπαρξη…

μιλώ εδώ για τήν απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας, δηλαδή σαν να λέμε από τίς κοινωνίες τού προηγμένου καπιταλισμού. Τό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι η απελευθέρωση από μια κοινωνία φτώχειας, από μια κοινωνία σε κατάρρευση, ούτε καν στις περισσότερες περιπτώσεις από μια κοινωνία τρόμου, αλλά απελευθέρωση από μια κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό έχει αναπτύξει τίς υλικές και ακόμα και τίς μορφωτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες τού ανθρώπου…

αυτό σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με τήν απελευθέρωση από μια κοινωνία μέσα στην οποία η έννοια τής απελευθέρωσης δεν έχει καθόλου μαζική βάση…

πιστεύω πως όλοι μας (και θα χρησιμοποιώ αυτό τό «όλοι μας» καθ’ όλη τή διάρκεια τής ομιλίας μου) έχουμε διστάσει πολύ, έχουμε ντραπεί πολύ, ίσως κατανοητά ντραπεί, να επιμείνουμε στα ουσιώδη, στα ριζοσπαστικά στοιχεία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, να επιμείνουμε στην ποιοτική διαφορά της από τίς κατεστημένες κοινωνίες…

έχουμε, για να τό πούμε έτσι, καταστείλει πολλά απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε πει, απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε τονίσει…

εάν σήμερα αυτά τά ουσιώδη χαρακτηριστικά, αυτά τά αληθινά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που θα έκαναν τή σοσιαλιστική κοινωνία να είναι η οριστική άρνηση όλων τών κοινωνιών που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, εάν αυτή η ποιοτική διαφορά σήμερα παρουσιάζεται σαν Ουτοπική, σαν ιδεαλιστική, σαν μεταφυσική, ε ακριβώς μ’ αυτήν τή μορφή πρέπει να εμφανίζονται αυτά τά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά : αν πρόκειται ν’ αποτελέσουν πράγματι τήν οριστική άρνηση τής κατεστημένης κοινωνίας…

ο βάλτερ μπένγιαμιν βάζει κάπου μαρτυρίες από τίς μέρες τής παρισινής κομμούνας : πως σ’ όλες τίς γειτονιές τού παρισιού άνθρωποι πυροβολούσαν τά ρολόγια πάνω στα κωδωνοστάσια τών εκκλησιών ή τίς στέγες τών ανακτόρων ή αλλού, εκφράζοντας μ’ αυτόν τόν τρόπο συνειδητά ή και μισοσυνείδητα τήν ανάγκη που ένιωθαν ο χρόνος κατά κάποιον τρόπο να σταματήσει : πως εκείνο τουλάχιστον τό κυρίαρχο, τό κατεστημένο συνεχές τού χρόνου έπρεπε να διακοπεί, κι ένας νέου είδους χρόνος να ξεκινήσει – θέλοντας έτσι να τονίσουν με κάθε τρόπο τήν ποιοτική διαφορά και τήν ολοκληρωτική ρήξη που έπρεπε να υπάρξει ανάμεσα στην παλιά κοινωνία και τήν καινούργια…

μ’ αυτήν τήν έννοια θα μ’ άρεσε να συζητήσω εδώ μαζί σας για τά καταχωνιασμένα (καταπιεσμένα) προαπαιτούμενα τής ποιοτικής αλλαγής. Λέω επίτηδες «τής ποιοτικής αλλαγής» και όχι «τής επανάστασης» γιατί έχουμε ήδη δει πάρα πολλές επαναστάσεις κατά τίς οποίες τό συνεχές τής καταστολής και τής καταπίεσης διατηρήθηκε, επαναστάσεις που αντικατέστησαν απλώς τό ένα σύστημα κυριαρχίας μ’ ένα άλλο. Πρέπει ν’ αποκτήσουμε συνείδηση τών ουσιωδώς νέων χαρακτηριστικών που θα συντελέσουν στο ν’ αποτελέσει η ελεύθερη κοινωνία τήν συγκεκριμένη τήν καθαρή άρνηση τών κατεστημένων κοινωνιών – και πρέπει ν’ αρχίσουμε να τά διαμορφώνουμε αυτά τά χαρακτηριστικά, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο μεταφυσικοί, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο Ουτοπικοί, και θα ’λεγα ακόμα χωρίς να μάς νοιάζει και πόσο γελοίοι μπορεί να φανούμε στα μάτια τών κανονικών ανθρώπων όλων τών παρατάξεων, και τής δεξιάς και τής αριστεράς…

απελευθέρωση σημαίνει και προϋποθέτει ν’ ανοίξει και να ενεργοποιηθεί μια βαθύτερη διάσταση στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτή η πλευρά της που βρίσκεται μαζί και κάτω από τήν παραδοσιακή υλική της βάση : όχι μια ιδεαλιστική διάσταση που βρίσκεται πάνω από τήν υλική της βάση και τήν περιφρονεί, αλλά μια διάσταση ακόμα πιο υλική από τήν υλική της βάση, μια διάσταση που αποτελεί τό θεμέλιο τής υλικής της βάσης

η έμφαση που δίνω σ’ αυτή τή νέα διάσταση δεν σημαίνει καθόλου ότι θέλω να βάλω στη θέση τής πολιτικής τήν ψυχολογία, αλλά μάλλον τό ακριβώς αντίθετο : σημαίνει τελικά ότι πρέπει να καταλάβουμε πως η κοινωνία έχει εισβάλει και στις βαθύτερες γωνιές και ρίζες τής ατομικής ύπαρξης, έχει καταλάβει ακόμα και τό ασυνείδητο τού ανθρώπου. Πρέπει να μπούμε στις ρίζες τής κοινωνίας καταδυόμενοι στα βάθη τών ίδιων τών ατόμων, τών ατόμων που, υποκείμενα στους μηχανισμούς τής κοινωνίας, σταθερά και μόνιμα αναπαράγουν τό συνεχές τής καταπίεσης ακόμα και στη διάρκεια τών μεγαλύτερων επαναστάσεων…

η διαλεκτική τής απελευθέρωσης, μετατρεπόμενη καθοδόν από ποσότητα σε ποιότητα, θα προκαλέσει, ας τό ξαναπώ, ένα ρήγμα σ’ αυτό τό συνεχές τής καταπίεσης, που φτάνει στη βαθύτερη διάσταση τού ίδιου τού ανθρώπινου οργανισμού…

τό εργαστηριακό πείραμα η επιστήμη κι η τεχνολογία θα μπορούσαν, αλλά και θα ’πρεπε κιόλας, να γίνουν ένα παιχνίδι με τίς ώς τώρα κρυμμένες – μεθοδικά κρυμμένες και μπλοκαρισμένες – δυνατότητες τών ανθρώπων και τών πραγμάτων, τής κοινωνίας και τής φύσης

κι αυτό είναι ένα απ’ τά παλιότερα όνειρα κάθε ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής : σημαίνει ότι η δημιουργική φαντασία, κι όχι μόνο ο ορθολογισμός τής «αρχής τής αποτελεσματικότητας», μπορεί να γίνει δύναμη παραγωγική και να οδηγήσει στη μεταμόρφωση τού κοινωνικού και τού φυσικού σύμπαντος : σημαίνει ότι μια νέα μορφή πραγματικότητας μπορεί να κάνει τήν εμφάνισή της, που θα ’ναι και τό αποτέλεσμα και τό μέσο για τήν ανάπτυξη και τής λογικής και τής ευαισθησίας τού ανθρώπου

κι εδώ θα ρίξω τή φοβερή ιδέα : αυτό θα ’ταν μια πραγματικότητα «αισθητικής φύσεως» : η κοινωνία σαν έργο τέχνης : είναι η πιο Ουτοπική, η πιο ριζοσπαστική πιθανότητα για τήν απελευθέρωση σήμερα…

μετάφραση στα ελληνικά © σημειωματάριο κήπων 2010

marcuse@history.ucsb.edu

μετά από τή διακοπή λοιπόν που μεσολάβησε διά λόγους ανωτέρας και κατωτέρας βίας, συνεχίζω σήμερα να διαλέγω αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» τού χέρμπερτ μαρκούζε
είμαστε στο 2ο κεφάλαιο (τά αποσπάσματα τής εισαγωγής και τού 1ου κεφάλαιου (από τό πρώτο μέρος) βρίσκονται εδώ και εδώ)

Theodor Adorno και Max Horkeimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (πέμπτο μέρος)

5. Η ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
15 Μάρτη, πμ

Χορκχάιμερ: Οι αστοί δεν κατορθώνουν απόλυτα να γίνουν φεουδάρχες· δημιουργούν την δική τους αριστοκρατία με την εργασία τους. Θεωρώ ότι οι άνθρωποι μπορούν να ξεπεράσουν κάτι μόνο όταν έχουν πλήρως παραδοθεί σ’ αυτό ιδεολογικά. Αυτό εξηγεί τους ύμνους στην εργασία και το γεγονός ότι ο κόσμος έχει τόσο πάθος με την οδήγηση μοτοσυκλέτας. Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εργάτες.
Αντόρνο: Νιώθουν ότι η ίδια η αποκρυσταλλωμένη εργασιακή τους δύναμη βρίσκεται στη διάθεσή τους. Απόλαυση όταν οδηγείς μοτοσυκλέτα: κάν’ το μόνο σου, το να κινείσαι γρήγορα.
Χ.: Η ταχύτητα είναι μια όψη της εργασίας, το να επιταχύνεις τη διαδικασία.
A.: Η απόλαυση της ταχύτητας είναι υποκατάστατο για την απόλαυση της εργασίας.
Χ.: Εργασία στις φυλακές. Όταν η εργασία χρησιμοποιείται ως τιμωρία είναι δύσκολο να την εμποδίσεις απ’ το να γίνει απόλαυση σε πείσμα του οτιδήποτε. Πρέπει να την κάνεις όσο δυσάρεστη γίνεται.
Α.: Όσο πιο περιττή γίνεται μια εργασία, τόσο χειρότερη γίνεται, τόσο καταντά ιδεολογία.
Χ.: Και τόσο πιο πολύ εφαρμόζεται στρεβλά. Η εργασία σήμερα δεν είναι περιττή εφόσον ο κόσμος πεινά ακόμα. Η εργασία είναι διαστροφική. Αυτοματισμός. Θα πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο να βοηθούμε τους άλλους, να εξάγουμε τα σωστά αγαθά στους σωστούς ανθρώπους, να αναζητούμε θεραπείες για τους ασθενείς. Στις μέρες μας υπάρχει μια ψευδής κατάργηση της δουλειάς.
Α.: Καταντά να είναι η παραγωγή για χάρη της παραγωγής.
Χ.: Δεν με ενδιαφέρει στο παραμικρό να στέλνω διαστημόπλοια στο φεγγάρι.
Α.: Δεν υπάρχει τίποτε ιερό στην τεχνολογία.
Χ.: Ο Μαρξ ήδη είχε την ιδέα ότι σε μια ψευδή κοινωνία η τεχνολογία αναπτύσσεται λανθασμένα.
Α.: Υπάρχουν ατελείωτα πεδία όπου θα μπορούσε η τεχνολογία να εφαρμοστεί σωστά. Τα αγαθά που είναι διαθέσιμα στις μέρες μας είναι ένα είδος ψευδο-καταναλωτικών αγαθών. Η ανταλλακτική αξία αντικαθιστά την χρηστική.
Χ.: Οι διαφημίσεις αρέσουν στον κόσμο. Κάνει αυτό που του λένε οι διαφημίσεις και το ξέρει πως αυτό κάνει. Αμερικάνικα περιοδικά και κόμικ.
Α.: Αν έλεγα στον πατέρα μου ότι η μαζική κουλτούρα είναι ψευδής, θα έλεγε: μα την απολαμβάνω. Η αποκήρυξη της ουτοπίας σημαίνει το να αποφασίζεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέρ ενός πράγματος αν και ξέρεις εντελώς ξεκάθαρα ότι είναι απάτη. Εκεί βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος.
Χ.: Γιατί η δύναμη που χρειάζεται για να κάνεις το σωστό κρατιέται με λουρί. Αν διατυπώνουμε τα θέματα καθώς μιλάμε, ακούγονται όλα υπερβολικά εριστικά. Ο κόσμος μπορεί να πει ότι οι απόψεις μας είναι μόνο λόγια, ότι είναι απλώς οι δικές μας αντιλήψεις. Σε ποιον να τα πούμε αυτά τα πράγματα;
A.: Δεν προτείνουμε κανένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης. Αυτό που θέλουμε είναι αυτοί που διαβάζουν όσα γράφουμε να νιώθουν να πέφτουν οι παρωπίδες απ’ τα μάτια τους.
Χ.: Ο κόσμος θα πει, ε, αυτοί είναι απλώς φιλόσοφοι που μιλάνε. Αλλιώς, πρέπει να είσαι σαν τον Χάιντεγκερ και να μιλάς σαν μαντείο. Πρέπει να λύσουμε το πρόβλημα θεωρίας και πρακτικής με το ύφος μας. Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι ο κόσμος δεν θα λέει απλώς “Θεέ μου, αυτά που λένε κάνουν τα πάντα να ακούγονται πολύ άσχημα, αλλά δεν το εννοούν στα αλήθεια έτσι, ακόμα και όταν φωνάζουν και βρίζουν.” Όλα αυτά συνδέονται με το ότι δεν υπάρχει πλέον κόμμα.
Α.: Δεν βλέπω διέξοδο, εκτός απ’ το να κάνουμε αυτούς τους προβληματισμούς ρητούς. Υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος γραφής που προσβάλλει συγκεκριμένα ταμπού. Πρέπει να βρεις το σημείο που πληγώνει. Να προσβάλλεις σεξουαλικά ταμπού.
Χ.: Μαρκούζε, πρόσεχε.
Α.: Ο εστιασμός στην γενετήσια ζώνη [genitality] έχει ένα στοιχείο εχθρικότητας προς την απόλαυση.
Χ.: Εγώ νομίζω το αντίθετο. Όσο πιο ανυπόμονος είναι κάποιος να σπάσει το ταμπού, τόσο πιο αβλαβές είναι. Όσο πιο συγκεκριμένα στοχεύεις, τόσο πιο ισχυρό το αποτέλεσμα.. Γίνε μέλος της Ένωσης Χριστιανοδημοκρατών, αλλά κάνε το εφικτό αυτό και για τους αποστάτες. Πρέπει να είναι κάποιος πολύ γειωμένος, μετρημένος και προσεκτικός ώστε να μη δημιουργείται η εντύπωση ότι το ένα ή το άλλο είναι εκτός πραγματικότητας. Πρέπει να υλοποιήσουμε την απώλεια του κόμματος λέγοντας, στην ουσία, ότι είμαστε στην ίδια κατάσταση με πριν αλλά ότι παίζουμε το σκοπό με τον τρόπο που πρέπει να παιχτεί σήμερα.
Α.: Υπάρχει κάτι σαγηνευτικό στην ιδέα —αλλά ποιος είναι ο σκοπός;
X.: Αν μπορούσαμε μόνο να πούμε ότι μαχόμαστε στα μετόπισθεν. Θα μπορούσαμε ίσως να επισημάνουμε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμα επίγνωση ότι κατευθύνονται προς μια κατάσταση σε σύγκριση με την οποία ο ναζισμός ήταν μια σχετικά χαμηλών τόνων υπόθεση. Αν λέγαμε στους σοσιαλδημοκράτες σήμεα ότι πρέπει να γίνουν κομμουνιστές, αυτό θα ήταν αρκετά άκακο. Αλλά αν τους λέγαμε ότι πρόδωσαν τα αστικά ιδεώδη, αυτό θα έπαυε να είναι άκακο, γιατί οι σοσιαλδημοκράτες εκπροσωπούν την καλή συνείδηση του κόσμου μας. Δεν θέλουμε να λέει ο κόσμος ότι γραπτά μας είναι τόσο φρικτά ριζοσπαστικά. Όποιος δεν δουλεύει δεν πρέπει να επιτρέπεται να τρώει —αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να επιτεθούμε στους σοσιαλδημοκράτες. Δεν πρέπει να λέμε “δεν θέλατε την δικτατορία του προλεαριάτου” αλλά “προδώσατε την ανθρωπότητα”. Το να προφέρεις απλώς τις λέξεις “δικτατορία του προλεταριάτου” είναι πράξη συμμαχίας με τον Κάρλο Σμιντ και τον Μάο Τσετούγκ.
Α.: Nomina sunt odiosa, τα ονόματα πονάνε.
Χ.: Η ριζοσπαστικότητα της διατύπωσης αφαιρεί από την πρόταση την ριζοσπαστικότητά της.

Σημείωση

[12] Κάρλο Σμιντ (1896-1976): Ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.
Εικόνα: Καρέ από την ταινία “Godspeed you! Βlack emperor” του Mitsuo Yanagimachi (1976).

Theodor Adorno και Max Horkeimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (τέταρτο μέρος)

4. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
13 Μάρτη, πμ

Χορκχάιμερ: Δεν νομίζω ότι τα πράγματα θα καταλήξουν καλά, αλλά η ιδέα ότι μπορεί και να καταλήξουν καλά είναι κρίσιμης σημασίας.
Αντόρνο: Αυτό συνδέεται με την λογική. Οι άνθρωποι κάνουν πράγματα με πολύ χειρότερο τρόπο από ότι τα ζώα, αλλά η ιδέα ότι τα πράγματα θα μπορούσε να είναι διαφορετικά πέρασε μόνο απ’ τον ανθρώπινο νου.
Χ.: Από ανθρώπους ατομικά, όχι την ανθρωπότητα.
Α.: Δεν είναι τυχαίο αυτό; Αυτό που είναι ζωτικό είναι ότι το είδος συγκροτείται με τέτοιο τρόπο ώστε να προωθεί την ιδέα της μονιμότητας, και αυτό το οδηγεί στην περαιτέρω ιδέα ότι η βία δεν είναι απαραίτητη. Όταν αρχίζεις να στοχάζεσαι το μοτίφ της αυτοσυντήρησης, πρέπει απαραίτητα να προχωρήσεις πέρα από αυτό, γιατί σύντομα συνειδητοποιείς ότι η χωρίς αναστολές αυτοσυντήρηρηση καταλήγει πάντα σε καταστροφή.
Χ.: Το βρίσκω αποκρουστικό όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μόνο αν όλοι συμφωνούσαν θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι σημαντικό. Στην πραγματικότητα το σύνολο της φύσης θα πρεπε να τρέμει με τη σκέψη. Η αλήθεια είναι αντιθέτως ότι τα πράγματα θα πάνε καλά μόνο εφόσον ο ένας κρατά τον άλλο υπό έλεγχο.
A.: Αυτό θα ίσχυε για την αδερφότητα ανάμεσα στους ηγέτες, το παγκόσμιο μονοπώλιο. Θα ήταν καλύτερα αν το κατόρθωναν οι λαοί.
Χ.: Αυτό θα ήταν εξίσου κακό. Κάθε γενιά πρέπει να εκπολιτίζεται εξ αρχής.
Α.: Δεν το πιστεύω απόλυτα αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει μια είδους προοδευτική διαδικασία ανώτερης διαφοροποίησης. Οι άνθρωποι γίνονται Κρούστσεφ μόνο επειδή τους χτυπούν κατακέφαλα.
Χ.: Αυτή ακριβώς είναι η θέση του Χέρμπερτ Μαρκούζε.
Α.: Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι κακοί όταν έρχονται στον κόσμο.
Χ.: Δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί. Απλώς θέλουν να επιβιώσουν.
Α.: Δεν είναι και τόσο κακοί εκ φύσεως.
Χ.: Ο τρόπος με τον οποίο έχει τεθεί ως τώρα αυτό είναι μια προκατάληψη. Η προκατάληψη είναι πάντα η πίστη στο κακό. Δεν πρόκειται οι άνθρωποι να καταλάβουν ο ένας τον άλλο και όλα να είναι ειδυλλιακά. Αλλά θα πρέπει να διασώσουμε την ιδέα που εκφράζεις εδώ.
Α.: Δεν είναι αυτό που οι άνθρωποι κάνουν στη φύση μια προβολή αυτού που κάνουν ο ένας στον άλλο; Να χτυπούν τον εξωτερικό κόσμο επειδή πάντοτε νιώθουν εξευτελισμένοι;
X.: Είναι πιθανό. Η ανημπόρια αυτής της ιδέας συνδέεται με το γεγονός ότι ως τώρα έχει διατυπωθεί άσχημα. Ίσως είναι απαραίτητο να δωθεί συνειδητή έκφραση σε ένα λάθος στο οποίο πιστεύει κάποιος. Όπως είπε ο Καντ: πρέπει κάποιος να πιστεύει, ενάντια στη λογική του. [11]
Α.: Οι απόπειρες διαμεσολάβησης στα γραπτά του είναι πολύ τεχνητές.
Χ.: Το ερώτημά μας είναι, για ποιου συμφέρον γράφουμε, τώρα που δεν υπάρχει πια κόμμα και που η επανάσταση έγινε τόσο απίθανη προοπτική; Η απάντησή μου θα ήταν ότι θα πρέπει να μετρήσουμε το παν με βάση την ιδέα ότι όλα θα έπρεπε να είναι καλά. Πιθανότατα, θα είναι αδύνατο να κάνουμε οτιδήποτε άλλο. Συνδέεται όλο αυτό με τη γλώσσα. Κάθε τι που ανήκει στη διάνοια συνδέεται με τη γλώσσα. Στη γλώσσα είναι που μπορεί να αρθρωθεί η ιδέα ότι όλα θα έπρεπε να είναι καλά.
Α.: Η γλώσσα δεν έχει σημασία για τον Μαρξ, είναι θετικιστής. Ο Καντ δεν είναι απλώς ιδεολογία. Η δουλειά του περιέχει σε κάποιο σημείο μια έκκληση στο είδος, την ανθρωπότητα σε αντίθεση με τους περιορισμούς του συγκεκριμένου. Στη φιλοσοφία του η ιδέα της ελευθερίας ορίζεται ως ιδέα της ανθρωπότητας. Υπάρχει επίσης η υπονοημένη πρόταση ότι το ερώτημα για το αν οι άνθρωποι είναι απλώς φυσικά όντα συνδέεται ουσιαστικά με τη σχέση με τη φύση που χαρακτηρίζει το απομονωμένο άτομο. Είχε ήδη προσέξει ότι η έννοια της ελευθερίας δεν βρίσκεται στο απομονωμένο υποκείμενο, αλλά μπορεί να συλληφθεί μόνο σε σχέση με τη συγκρότηση της ανθρωπότητας ως συνόλου. Η ελευθερία στην πραγματικότητα συνίσταται μόνο στην πραγματοποίηση της ανθρωπότητας ως τέτοιας.
Σημείωση
[11] Στην εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης της Κριτικής του καθαρού λόγου ο Καντ δηλώνει: “Έτσι, έπρεπε να αρνηθώ τη γνώση για να δημιουργήσω χώρο για την πίστη…” Κριτική του καθαρού λόγου, σ. 117.

Theodor Adorno και Max Horkheimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (τρίτο μέρος)

ΕΡΓΑΣΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-ΙI

12 Μάρτη, απόγευμα

Χορκχάιμερ.: Θέση: Στις μέρες μας έχουμε αρκετές παραγωγικές δυνάμεις· προφανώς, θα μπορούσαμε να εφοδιάσουμε όλο τον κόσμο με αγαθά και μετά να προσπαθήσουμε να καταργήσουμε τη δουλειά ως αναγκαιότητα για τους ανθρώπους. Σ’ αυτή την κατάσταση, το όνειρο της ανθρωπότητας είναι η κατάργηση τόσο της εργασίας όσο και του πολέμου. Το μόνο μειονέκτημα είναι ότι οι Αμερικανοί θα πουν ότι αν το κάνουμε αυτό, θα οπλίσουμε τους εχθρούς μας. Και στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα είδος κυρίαρχο στρώματος στην Ανατολή σε σύγκριση με το οποίο ο Τζον Φόστερ Νταλς [7]  είναι ένας αξιαγάπητος αθώος.
Αντόρνο: Θα πρέπει να συμπεριλάβουμε μια συζήτηση για την αντίρρηση: τι θα κάνει ο κόσμος με όλο τον ελεύθερό του χρόνο;
Χ.: Στην πραγματικότητα, ο ελεύθερός τους χρόνος δεν τους κάνει καλό γιατί ο τρόπος με τον οποίο αναγκάζονται να εργαστούν δεν συμπεριλαμβάνει την εμπλοκή με αντικείμενα. Αυτό σημαίνει ότι δεν εμπλουτίζονται από την συνάντησή τους με τα αντικείμενα. Εξαιτίας της απουσίας αληθινής εργασίας, το υποκείμενο συρρικνώνεται και στον ελεύθερό του χρόνο είναι ένα τίποτε.
Α.: Επειδή οι άνθρωποι πρέπει να εργάζονται τόσο σκληρά, υπάρχει μια έννοια κατά την οποία ξοδεύουν τον ελεύθερό τους χρόνο επαναλαμβάνοντας εμμονικά τις προσπάθειες που απαιτήθηκαν απ’ τους ίδιους. Δεν πρέπει να αντιτιθέμεθα στην εργασία απόλυτα.
Χ.: Θα έπρεπε να χτίσουμε ένα είδος προγράμματος για μια νέα μορφή πρακτικής. Στην Ανατολή, οι άνθρωποι καταντούν ζώα που φορτώνονται. Οι κούληδες μάλλον χρειαζόταν να κάνουν λιγότερη εργασία από ό,τι οι σημερινοί εργάτες σε 6-7 ώρες.
Α.: “Κανένας βοσκός και ένα κοπάδι.”[8] Ένα είδος ψευδούς αταξικής κοινωνίας. Η κοινωνία βρίσκεται στον δρόμο που φαίνεται να οδηγεί στην τέλεια αταξική κοινωνία αλλά στην πραγματικότητα είναι το ακριβώς αντίθετο.
Χ.: Αυτό είναι υπερβολικά αντιδραστικό. Θα πρέπει ακόμα να μπορούμε να πούμε κάτι για να εξηγήσουμε γιατί η ανθρωπότητα έπρεπε να περάσει από αυτό το ατομικιστικό στάδιο πολιτισμού. Στις μέρες μας οι άνθρωποι λένε: φερθείτε μας καλά και η παραγωγικότητα θα αυξηθεί. Το γεγονός ότι αυτό λέγεται ανοιχτά αξίζει αρκετής ενασχόλησης το ίδιο.
Α.: Ο λόγος που όλο αυτό το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου είναι τόσο ατυχές είναι ότι οι άνθρωποι μιμούνται ασυνείδητα την εργασιακή διαδικασία, ενώ αυτό που πραγματικά θέλουν είναι να σταματήσουν να εργάζονται εντελώς. Η ευτυχία προαπαιτεί απαραίτητα το στοιχείο της προσπάθειας. Βασικά, θα πρέπει να μιλήσουμε και πάλι στην ανθρωπότητα όπως στον 18ο αιώνα: υπερασπίζεστε ένα σύστημα που απειλεί να σας καταστρέψει. Η αναφορά στις τάξεις δεν θα αποδώσει πλέον, εφόσον σήμερα είστε όλοι στην πραγματικότητα προλετάριοι. Πρέπει κανείς να σκεφτεί πολύ για το σε ποιον απευθύνεται.
Χ.: Στον δυτικό κόσμο.
Α.: Δεν γνωρίζουμε τίποτε για την Ασία.
Χ.: Τι να πούμε στον δυτικό κόσμο; Πρέπει να δώσετε τροφή στην Ανατολή;
A.: Την εισαγωγή ενός πλήρως αναπτυγμένου σοσιαλισμού, τρίτης φάσης σε διάφορες χώρες. Τα πάντα εξαρτώνται από αυτό. Τι θα λεγες για το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος ως βασικό θέμα για παραλλαγές;
Χ.: Η παγκόσμια κατάσταση είναι ότι τα πάντα μοιάζουν να καλυτερεύουν, αλλά οι απελευθερωτές του κόσμου μοιάζουν όλοι με τον Τσέζαρε Βοργία.
Α.: Έχω την αίσθηση ότι κάτω από το λάβαρο του Μαρξισμού, η Ανατολή μπορεί να υπερνικήσει τον δυτικό πολιτισμό. Αυτό θα σήμαινε μια μετατόπιση σε όλη τη δυναμική της ιστορίας. Ο Μαρξισμός υιοθετείται στην Ασία με πολύ παρόμοιο τρόπο με αυτόν που ο Χριστιανισμός υιοθετήθηκε κάποτε στο Μεξικό. Και η Ευρώπη επίσης θα καταποθεί σε κάποιο σημείο στο μέλλον.
Χ.: Νομίζω ότι η Ευρώπη και η Αμερική είναι πιθανότατα οι καλύτεροι πολιτισμοί που η ιστορία έχει ως τώρα παράξει σε ό,τι αφορά την ευημερία και τη δικαιοσύνη. Το βασικό θέμα τώρα είναι να διαφυλάξουμε αυτά τα κέρδη. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν παραμείνουμε ανηλεώς κριτικοί απέναντι σ’ αυτόν τον πολιτισμό.
Α.: Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε την υπεράσπιση του δυτικού κόσμου.
Χ.: Όχι, γιατί αυτό θα τον κατέστρεφε. Αν υπερασπιζόμασταν τους Ρώσους, θα ήταν σαν να βλέπαμε την εισβολή των τευτονικών ορδών ως ηθικά ανώτερη της [ρωμαϊκής] δουλεμπορικής οικονομίας. Η Δύση φταίει που η ρωσική επανάσταση πήρε το δρόμο που πήρε. Φοβάμαι πάντα φριχτά ότι αν αρχίσουμε να μιλάμε για πολιτική, θα παραχθεί το είδος συζήτησης που ήταν συνηθισμένο στο Ινστιτούτο.
Α.: Η συζήτηση θα πρέπει να αποφεύγει με κάθε κόστος την εκχυδαϊσμένη μορφή του Μαρξισμού. Αυτή συνδέθηκε με ένα συγκεκριμένο είδος θετικιστικής τακτικής, δηλαδή τον ακραιφνή διαχωρισμό ανάμεσα στις ιδέες και την ουσία.
Χ.: Πήρε τη μορφή μιας υπερβολικής επιμονής στην διατήρηση της ορολογίας.
Α.: Αλλά αυτό χρειάζεται να ειπωθεί. Μιλούν ακόμα λες και μια ακροαριστερή φράξια ήταν έτοιμη να ξαναενωθεί με το Πολιτμπιρό την επαύριο.
Χ.: Τι γίνεται με τα υπονοήματα αυτού του πράγματος για τη δική μας ορολογία; Μόλις αρχίσουμε να διαφωνούμε με τους Ρώσους για ορολογία πάμε χαμένοι.
Α.: Από την άλλη όμως, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τη μαρξιστική ορολογία.
Χ.: Δεν έχουμε τίποτε άλλο. Αλλά δεν είμαι βέβαιος πόσο πρέπει να την διατηρήσουμε. Παραμένει το πολιτικό ζήτημα συναφές σε καιρούς όπου δεν μπορείς να δράσεις πολιτικά;
A.: Από τη μία είναι ιδεολογία· από την άλλη, όλες οι διαδικασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή είναι πολιτικές διαδικασίες. Η πολιτική είναι τόσο ιδεολογία όσο και αυθεντική πραγματικότητα.
Χ.: Μίλησες στην υποτακτική· προφανώς δεν πιστεύεις στα αλήθεια σ’ αυτές τις διαδικασίες.
Α.: Το πιο προσωπικό μου συναίσθημα είναι ότι αυτή τη στιγμή όλα έχουν κλείσει, αλλά ότι όλα μπορούν να αλλάξουν σε μια στιγμή. Η δική μου πεποίθηση είναι η ακόλουθη: η κοινωνία αυτή δεν κινείται στην κατεύθυνση του κράτους πρόνοιας. Αποκτά όλο και μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στους πολίτες της, αλλά ο έλεγχος αυτός αυξάνεται σε συνάρτηση με την αύξηση του παραλογισμού της. Και είναι θεμελιώδης ο συνδυασμός των δύο. Όσο παραμένει αυτή η ένταση, δεν μπορείς να φτάσεις στην ισορροπία που θα χρειαζόταν για να μπει τέλος σε κάθε αυθορμητισμό. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα κόσμο εντατικοποιημένο στο σημείο τρέλας χωρίς να απελευθερώνονται αντικειμενικές δυνάμεις αντίστασης.
Χ.: Εγώ όμως μπορώ. Γιατί η ανθρωπότητα αυτοκαταστρέφεται. Ο κόσμος είναι τρελός και θα παραμείνει τρελός. Όταν φτάνουμε εκεί, το βρίσκω εύκολο να πιστέψω ότι το σύνολο της παγκόσμιας ιστορίας είναι απλώς μια μύγα που παγιδεύτηκε στις φλόγες.
Α.: Ο κόσμος δεν είναι απλώς τρελός. Είναι τρελός και λογικός μαζί.
Χ.: Το μόνο πράγμα που αντιτίθεται στον πεσιμισμό μου είναι το γεγονός ότι συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε σήμερα. Όλη η ελπίδα επαφίεται στη σκέψη. Αλλά είναι εύκολο να σκεφτείς ότι μπορεί να τελειώσουν όλα.
Α.: Και ότι δεν θα συνεχίσει κανείς να σκέφτεται. Αλλά ακόμα και ο κύριος Αϊζενχάουερ δεν θα μπορεί να επιλέξει τον Νίξον για συνυποψήφιό του εξαιτίας του φόβου ενός προληπτικού πολέμου.[9]
Χ.: Ίσως. Αλλά τι είναι αυτό σε σύγκριση με τον φόνο είκοσι εκατομμυρίων Κινέζων; [10]
Α.: Το γεγονός είναι ότι υπάρχει μια εξουσία που έχει την ικανότητα να αποφύγει την ολοκληρωτική καταστροφή. Σ’ αυτή την εξουσία μπορούν να γίνουν εκκλήσεις. Είναι το ένστικτο των αμερικανών ψηφοφόρων που θα αρνηθεί να ανεχτεί τον Ρίτσαρντ Νίξον ως αντιπρόεδρο.
Χ.: Αυτή είναι ρεφορμιστική θέση.
Α.: Έχω την αίσθηση ότι αυτό που κάνουμε δεν είναι χωρίς αποτελέσματα.
Χ.: Λίγο-πολύ, ανάλογα με το αν έχουμε μια ξεκάθαρη ιδέα του τι πρέπει να γίνει. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην υπόθεση ότι ο κόσμος θα εξακολουθήσει να έχει αναμνήσεις του σοσιαλισμού. Αυτό εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην επηρμένη κριτική του είδους που άσκησαν ο Μαρξ και ο Καρλ Κράους, όπου έχεις την αίσθηση ότι η κριτική τους βασίζεται σε μια λανθασμένη θεωρία. Αυτό ενδυναμώνει απλώς τους κακούς. Αυτό που εμπνέει επιφυλάξεις για τον Κράους είναι ένα είδος έπαρσης, γιατί οτιδήποτε θεμελιώνει τη θέση του είναι κάτι που δεν μπορούμε να εγκρίνουμε. Πρέπει να υπερασπιστούμε την άποψη ότι η Δύση πρέπει να παράγει ώστε να μην πεινά κανείς.
Α.: Αυτό πρέπει πρώτα να εφαρμοστεί στη Δύση.

Σημειώσεις
[7] Σ.τ.Μ: Υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Άιζενχαουερ από το 1953 έως το 1959. Γνωστός για την επιθετική αντικομμουνιστική του πολιτική. Ενεπλάκη, μέσω της ΣΙΑ, στην ανατροπή της κυβέρνησης Μοσαντέ στο Ιράν το 1953 και της κυβέρνησης Αρμπένζ στη Γουατεμάλα το 1954.
[8] “Κανένας βοσκός και ένα κοπάδι. Όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα. Τα πάντα είναι ίδια. Όποιος σκέφτεται διαφορετικά πηγαίνει εθελοντικά στο τρελάδικο.” Φρίντριχ Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, Χάρμοντσγουορθ 1961, σ. 46.
[9] Πιθανώς, αναφορά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1956.
[10] Ο Χορκχάϊμερ αναφέρεται πιθανότατα σε ένα ανατριχιαστικό κεντρικό άρθρο στο περιοδικό Time: “Κίνα: Η κορυφή του κύματος του τρόμου”, 5 Μαρτίου 1956· το τεύχος βρισκόταν στο αρχείο του.

Theodor Adorno και Max Horkheimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (δεύτερο μέρος)

 

ΕΡΓΑΣΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-Ι

12 Μάρτη, πρωί

Χορκχάιμερ: Ο Τέντι [2]  θέλει να διασώσει ένα ζεύγος εννοιών: θεωρία και πρακτική. Αυτές οι έννοιες είναι οι ίδιες ξεπερασμένες.
Αντόρνο: Χάσμα ανάμεσα στη δολοφονία των Εβραίων, την ταφή τους ενώ ήταν ζωντανοί γιατί δεν άξιζαν δεύτερη σφαίρα, και την θεωρία που αναμένεται να αλλάξει τον κόσμο.
Χ.: Δυο αντίθετα πιστεύω: η πίστη στην πρόοδο, που την ασπάζεται επίσης ο Μαρξισμός, και η άποψη ότι ιστορία δεν μπορεί να την κατορθώσει.
Α.: Αλλά δεν είναι αυτό το κέντρο της διαφωνίας μας.
Χ.: Η άποψή σου είναι ότι θα πρέπει να ζούμε τις ζωές μας με τέτοιο τρόπο που τα πράγματα να καλυτερεύσουν σε εκατό χρόνια. Λίγο-πολύ, αυτό λέει και ο ιερέας.
Α.: Η διαφωνία μας είναι για το αν η ιστορία μπορεί να πετύχει ή όχι. Πώς να ερμηνεύσουμε το “μπορεί”; Από τη μία, ο κόσμος περιέχει αρκετές ευκαιρίες για επιτυχία. Από την άλλη, τα πάντα είναι μαγεμένα, σαν να βρίσκονται κάτω από κάποιο ξόρκι. Αν μπορούσε να σπάσει το ξόρκι, τότε θα ήταν εφικτή η επιτυχία. Αν οι άνθρωποι θέλουν να πειστούμε ότι οι υπό προϋποθέσεις φύση του ανθρώπου θέτει όρια για την ουτοπία, αυτό είναι απλά αναληθές. Η δυνατότητα μιας εντελώς αδέσμευτης κοινωνίας παραμένει έγκυρη. Σε ένα κόσμο όπου ο άλογος πόνος έχει πάψει να υπάρχει, ο Σοπενάουερ έχει λάθος.
Χ.: Μακροπρόθεσμα δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Η πιθανότητα της οπισθοδρόμησης είναι πάντα παρούσα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απορρίψουμε και τον Μαρξισμό και την οντολογία. Ούτε το καλό ούτε το κακό δεν μένουν, αλλά το κακό έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει. Ο κριτικός νους πρέπει να απελευθερωθεί από ένα Μαρξισμό ο οποίος λέει ότι όλα θα πάνε καλά αν γίνεις σοσιαλιστής. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από την ανθρωπότητα από μια λίγο-πολύ παραφθαρμένη εκδοχή του αμερικανικού συστήματος. Η διαφορά ανάμεσά μας είναι ότι ο Τέντι διατηρεί ακόμα μια τάση για θεολογία. Οι δικές μου σκέψεις τείνουν να κινούνται στην κατεύθυνση του να λέω ότι οι καλοί πεθαίνουν. Κάτω απ’ τις συνθήκες, ο σχεδιασμός θα προσέφερε την καλύτερη προοπτική.
Α.: Αν το αποτέλεσμα του σχεδιασμού ήταν ότι θα έπαυαν να υπάρχουν ζητιάνοι, τότε ο ίδιος ο σχεδιασμός θα απαλασσόταν από την ακαμψία του, και το αποτέλεσμα θα ήταν αποφασιστική αλλαγή.
Χ.: Ίσως, αλλά η εκ νέου κατρακύλα στη βαρβαρότητα δεν είναι λιγότερο εννοήσιμη.
Α.: Η κατρακύλα στη βαρβαρότητα είναι πάντα επιλογή. Αν ο κόσμος ήταν τόσο καλά σχεδιασμένος που το κάθε τι που έκανε κάποιος υπηρετούσε όλη την κοινωνία με τρόπο διαφανή και αν οι άλογες δραστηριότητες εγκαταλείπονταν, θα ήμουν ευτυχής να δούλευα δυο ώρες τη μέρα ως συνοδός ασανσέρ.
Χ.: Μια τέτοιου είδους παραδοχή μας οδηγεί απευθείας στον ρεφορμισμό.
Α.: Η αναμόρφωση της κυβέρνησης δεν μπορεί να έλθει με ειρηνικά μέσα.
Χ.: Αυτό δεν είναι και τόσο σημαντικό. Μετά την επανάσταση δεν θα υπάρχει βεβαιότητα ότι δεν θα οπισθοδρομήσει εκ νέου. Τόσο ο Μαρξισμός όσο και ο αστικός κόσμος φροντίζουν να βεβαιωθούν ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιστρέψουν στην προ-πολιτισμένη φάση, τη φάση στην οποία ο άνθρωπος αναζήτησε καταφύγιο απ’ τη δουλειά επιστρέφοντας στην παιδική ηλικία.
Α.: Δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου.
Χ.: Ο άνθρωπος αξίζει κάτι μόνο εφόσον δουλεύει. Εδώ επεισέρχεται η έννοια της ελευθερίας.
Α.: Ελευθερία από την εργασία.
Χ.: Η ελευθερία δεν είναι ελευθερία να συσσωρεύεις, είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να συσσωρεύεις.
Α.: Αυτό μπορείς να το βρεις στον Μαρξ. Από τη μία πλευρά, ο Μαρξ φαντάστηκε την απελευθέρωση από την εργασία. Από την άλλη, η κοινωνική εργασία είναι κάτι που βλέπει λουσμένο με πολύ λαμπρό φως. Οι δύο ιδέες δεν συνδέονται σωστά. Ο Μαρξ δεν κριτίκαρε την ιδεολογία της εργασίας, γιατί χρειαζόταν την έννοια της εργασίας για να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με την αστική τάξη.
Χ.: Χρειαζόμαστε μια διαλεκτική εδώ. Οι άνθρωποι καταστέλλουν τις χαοτικές τους ορμές που μπορεί να τους οδηγήσουν μακριά απ’ την εργασία. Αυτό είναι που τους κάνει να νιώθουν ότι η εργασία είναι ιερή.
Α.: Η ιδέα της ελευθερίας από την εργασία αντικαθίσταται από την δυνατότητα να διαλέξεις τη δουλειά σου. Ο αυτοκαθροσιμός σημαίνει ότι μέσα στην κατάμτηση εργασίας που ήδη θεμελιώνεται μπορώ να ξεγλιστρίσω στον τομέα που μου υπόσχεται τις μεγαλύτερες ανταμοιβές.
Χ.: Η ιδέα ότι η ελευθερία συνίσταται στον αυτοκαθορισμό είναι στην πραγματικότητα μάλλον αξιοθρήνητη, αν το μόνο που σημαίνει αυτό είναι ότι η δουλειά που κάποτε με διέταζε ο αφέντης μου να κάνω είναι η ίδια με τη δουλειά που τώρα αναζητώ να κάνω με τη δική μου ελεύθερη θέληση· ο αφέντης δεν καθόρισε τις δικές του πράξεις.
Α.: Η έννοια του αυτοκαθορισμού δεν έχει τίποτε να κάνει με την ελευθερία. Σύμφωνα με τον Καντ, αυτονομία σημαίνει να υπακούς τον εαυτό σου.
Χ.: Μια παρεξήγηση της φεουδαρχίας.
Α.: Μια απαραίτητη ψευδής συνείδηση· ιδεολογία.
Χ.: Γερμανικός ιδεαλισμός, αστική ιδεολογία: η απόλυτη θέση της φαινομενικής εμφάνισης του αυτοκαθορισμού στη φεουδαρχία από την θέση θέασης της αστικής τάξης.
Α.: Υπερβατική αντίληψη [3]: Η εργασία γίνεται απόλυτη. Η εργασία, που είναι μια προδιαγεγραμμένη σχέση μέσα στην κοινωνία επανερμηνεύεται ως ελευθερία.
Χ.: Οι βάρβαρες τιμωρίες στη σοβιετική ζώνη για ανθρώπους που αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις νόρμες παραγωγικότητάς τους. Αυτό συνδέεται άμεσα με την ιδεολογία της κατανάλωσης και στα δύο μισά του κόσμου. Το αντίθετο της εργασίας γίνεται αντιληπτό ως τίποτε περισσσότερο από κατανάλωση.
Α.: Ο Καρλ Κράους είπε ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργείται ως καταναλωτής ή ως παραγωγός αλλά ως ανθρώπινο ον. [4]
Χ.: Σήμερα οι άνθρωποι προτιμούν να μιλούν για κοινωνικούς συνεργάτες.
Α.: Όλες οι αντιθέσεις μπαίνουν στο ίδιο καλάθι στις μέρες μας.
Χ.: Είμαστε υπέρ του χαωτικού, αυτού που δεν έχει συμπεριληφθεί.
Α.: Δεν μπορείς να προτείνεις το χαωτικό. Παράδειγμα της αποπνικτικότητας του Έγκελς.
Χ.: Δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει γιατί θεωρείται πάντα να είναι τόσο φρικτό στην αστική κοινωνία, ήδη από τον καιρό της Ρώμης, για έναν άνθρωπο που φλέγεται από επιθυμία να ακουμπήσει το σώμα μιας γυναίας. Συνδέεται με το καλύτερο και το χειρότερο μέσα τους. Η αποστροφή απ’ τον κόσμο της ανταλλαγής έχει βρει καταφύγιο εδώ. Το μη αστικό υποτίθεται ότι αυτοσυντηρείται στην αγάπη.
Α.: Φαντάζομαι ότι τα αστικά σεξουαλικά ταμπού συνδέονται με το jus primae noctis [5].Οι γυναίκες πρέπει να αποκτήσουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται οι ίδιες το σώμα τους. Οι άνθρωποι γίνονται ιδιοκτησία του εαυτού τους. Αυτό απειλείται από τη σεξουαλικότητα και αυτό εδραιώνει το σκηνικό για τον διαρκή πόλεμο ανάμεσα στα φύλα.
Χ.: Ο ορισμός του Καντ για τον γάμο [6]. Η αγάπη πιθανότατα περιέχει την ψευδή άρνηση της αστικής κοινωνίας.
Α.: Την αρνείται με ανήμπορο τρόπο, αναπαράγωντάς την μέσω της άρνησής της.
Χ.: Ο κόσμος κυριαρχείται από ένα μακρόσυρτο ύμνο στην εργασία, αλλά και αυτό επίσης δεν είναι απλά αρνητικό. Μακιαβέλι.
Α.: Η ευτυχία συνδέεται με την εργασία.
Χ.: Το χειρότερο πράγμα είναι να ανακατεύεις την εργασία με την ευτυχία.
Α.: Η προσπάθεια είναι ένα οργανικό κομμάτι της σεξουαλικής ευτυχίας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι η εργασία είναι επίσης ευτυχία, αλλά δεν επιτρέπεται να το πούμε. Ή μήπως βρίσκουμε την ευτυχία μόνο στη δουλειά μας επειδή είμαστε οι ίδιοι αστοί;
Χ.: Φρόιντ. Ενόρμηση θανάτου.
Σημειώσεις
[2] Σ.τ.Μ: Χαιδευτικό του Αντόρνο.
[3] Στον Καντ πρόκειται για την καθαρά μορφική, αυθεντική, διαρκώς ταυτόσημη αυτοσυνείδηση η οποία προϋποτίθεται από όλες τις ιδέες και έννοιες. Βλ. Κριτική του καθαρού λόγου, μτφρ. Paul Guyer και Allen W. Wood, τμήμα 16, “Για την αυθεντική συνθετική ενότητα της αντίληψης”, Κέμπριτζ, 1997, σ. 246ff.
[4] Καρλ Κράους, Die Fackel, αρ. 406-12, 5 Οκτώβρη 1915, σ. 6.
[5] Σ.τ.Μ.: Το droit du seigneur, το θρυλικό μεσαιωνικό δικαίωμα του τοπικού άρχοντα να έχει την πρώτη νύχτα του γάμου με κάθε γυναίκα που παντρεύονταν οι υποτελείς του.
[6]Σύμφωνα με τον Καντ, ο γάμος είναι “η ένωση δύο προσώπων διαφορετικών φύλων με σκοπό την εφ όρου ζωής ιδιοκτησία των σεξουαλικών χαρακτηριστικών του ενός από τον άλλο.” Μεταφυσική της ηθικής, επιμ. Mary Gregor, Κέμπριτζ 1996, σ. 62.

Theodor Adorno και Max Horkheimer-Προς ένα νέο μανιφέστο; (πρώτο μέρος)


Theodor Adorno και Max Horkeimer
Προς ένα νέο μανιφέστο;
Αρχική δημοσίευση: New Left Review II, 65 (Σεπτ.-Οκτ. 2010)
Μτφρ.: Radical Desire

Εισαγωγή

Μια διανοητική συνεργασία ζωής ανάμεσα σε δύο μείζονες διανοούμενους, τόσο κοντινούς μεταξύ τους που τα πιο διάσημα κείμενά τους γράφτηκαν από κοινού και που τα ονόματά τους είναι δύσκολο να αποκολληθούν το ένα από το άλλο, είναι αρκετά σπάνια ώστε να κατατάσσεται σχεδόν ως ιστορικό τεχνούργημα. Υπάρχουν, φαίνεται, μόνο δύο περιπτώσεις: στον 19ο αιώνα ο Μαρξ και ο Έγκελς και στον 20ο ο Χορκχάϊμερ και ο Αντόρνο. Μπορούν να ειδωθούν ως προάγγελοι αυτού που σε ένα μετα-αστικό κόσμο θα γινόταν λιγότερο σπάνιο; Οι πορείες τους διέφεραν. Ο Μαρξ και ο Έγκελς, γεννημένοι με δύο χρόνια διαφορά, ήταν σύγχρονοι· από τη στιγμή που διαμορφώθηκε η φιλία τους, η συνεργασία μεταξύ τους δε σταμάτησε ποτέ. Ο Αντόρνο ήταν οκτώ χρόνια νεώτερος του Χορκχάιμερ, και μια στενή σχέση συνεργασίας ήρθε πολύ αργότερα, με πολύ περισσότερες μεταβολές: αρχική συνάντηση το 1921, ενδιάμεσες εντάσεις και ανταλλαγές ως τα μέσα του 1930, συμφωνία μόνο στην αμερικανική εξορία από το 1938 και μετά, περισσότερο έντονα διαφορετικές ταυτότητες σε όλη τη δάρκεια. Η γενική τροχιά του Ινστιτούτου για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης είναι γνωστή, καθώς στη διάρκεια του χρόνου η “κριτική θεωρία” —αρχικά η κωδική λέξη του Χορκχάιμερ για τον Μαρξισμό—περιορίστηκε στους χώρους της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της αισθητικής· βάσει όλων των σημαδιών, αποκόπηκε εντελώς από την πολιτική. Κατ’ ιδίαν, τα πράγματα ήταν διαφορετικά, όπως κάνει σαφές ο παρακάτω διάλογος.
Το μοναδικό αυτό ντοκουμέντο είναι το αρχείο, που κατέγραψε η Γκρέτελ Αντόρνο, συζητήσεων κατά τη διάρκεια τριών εβδομάδων την άνοιξη του 1956, με στόχο την παραγωγή αυτού που ο Αντόρνο περιέγραψε ως σύγχρονη εκδοχή του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε ό,τι αφορά τη μορφή του θα μπορούσε να περιγραφεί, αν η τζαζ δεν ήταν ανάθεμα για τον Αντόρνο, ως φιλοσοφική πρόβα αυτοσχεδιασμού, όπου οι δύο στοχαστές αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα, συχνά παθιασμένα, πάνω σε κεντρικά θέματα της δουλειάς τους —τη θεωρία και την πράξη, την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο, την επικυριαρχία και την ελευθερία— σε μια πολιτική συχνότητα που δεν βρίσκεται πουθενά αλλού στα γραπτά τους. Μέσα σε ένα κινούμενο κυκεώνα επιχειρημάτων, αφορισμών και παρενθετικών παρατηρήσεων, όπου εναλάσσεται το διεισδυτικό με το ριψοκίνδυνο, το παιγνιώδες με το ευφυές, ανταλλάσονται θέσεις και αγνοούνται αντιφάσεις, χωρίς καμμία επιμονή στην συνέπεια. Κατ’ ουσίαν, κάθε στοχαστής αποκαλύπτει ένα διαφορετικό προφίλ. Ο Χορκχάιμερ, ιστορικά πιο πολιτικοποιημένος, ήταν πλέον ο πιο συντηρητικός, ρουφώντας τα άρθρα του περιοδικού Time για την Κίνα, αν και όχι στο σημείο ακόμα όπου θα συνέχαιρε τον Κάϊζερ για το γεγονός ότι προειδοποίησε για τον “κίτρινο κίνδυνο.” Αν και εξακολουθεί να κατηγορεί τη δύση για την αποτυχία της ρωσικής επανάστασης και απορρίπτει κάθε είδος ρεφορμισμού, η γενική του οπτική ήταν πλέον κοντινή με αυτή του Κοζέβ μια δεκατία αργότερα: “Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από την ανθρωπότητα από ό,τι μια λίγο-πολύ φθαρμένη εκδοχή του αμερικανικού συστήματος.” Ο Αντόρνο, έχοντας περισσότερο αισθητικές τάσεις, αναδύεται παραδόξως ως ο πιο ριζοσπάστης: υπενθυμίζει στον Χορκχάιμερ την ανάγκη εναντίωσης στον Αντεναόυερ, και οραματίζεται το εγχείρημά τους ως ένα “αυστηρά λενινιστικό μανιφέστο”, ακόμα και σε μια περίοδο κατά την οποία “ο τρόμος είναι ότι για πρώτη φορά ζούμε σε ένα κόσμο στον οποίο δεν μπορούμε πια να φανταστούμε έναν καλύτερο.”

1. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Μάρτης 1956

Χορκχάιμερ: Η εργασία είναι αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα. Η “διαδικασία του πολιτισμού” έχει φετιχοποιηθεί.
Αντόρνο: Στο κεφάλαιο για τον φετιχισμό του Μαρξ, η κοινωνική σχέση εμφανίζεται με τη μορφή της ανταλλακτικής αρχής, σαν να ήταν το ίδιο το πράγμα.
Χ.: Το εργαλείο γίνεται το βασικό πράγμα.
Α.: Αλλά το δικό μας καθήκον είναι να το εξηγήσουμε αναρωτούμενοι για την τελική απαρχή της εργασίας, να το αντλήσουμε από την αρχή της κοινωνίας, ώστε να πηγαίνει πέρα από τον Μαρξ. Επειδή η ανταλλακτική αξία φαίνεται να είναι απόλυτη, η εργασία που την δημιουργεί φαίνεται επίσης απόλυτη, και όχι ως το πράγμα για του οποίου τη χάρη [η ανταλλακτική αξία] βασικά υπάρχει. Στην πραγματικότητα η υποκειμενική διάσταση της χρηστικής αξίας αποκρύπτει την αντικειμενική ουτοπία, ενώ η αντικειμενικότητα της ανταλλακτικής αξίας αποκρύπτει τον υποκειμενισμό.
Χ.: Η εργασία είναι το κλειδί για να εξασφαλιστεί το “όλα θα πάνε καλά.” Αλλά αναγάγωντάς την σε θεϊκό στάτους, την αδειάζουμε από νόημα.
Α.: Πώς γίνεται η εργασία να αντιμετωπίζεται ως απόλυτο; Η εργασία υπάρχει για να μετριάζει τις δυσκολίες της ζωής, για να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της ανθρωπότητας. Η επιτυχία της εργασίας στέκεται σε προβληματική σχέση με την προσπάθεια που απαιτείται. Δεν αναπαράγει απαραίτητα ή μετά βεβαιότητας τις ζωές αυτών που εργάζονται αλλά μόνο αυτών που κάνουν τους άλλους να εργαστούν για αυτούς. Για να πειστούν οι άνθρωποι να εργαστούν πρέπει να τους εξαπατήσεις με τις μπαρούφες περί εργασίας ως πράγματος αυτού καθαυτού.
Χ: Αλλά έτσι γίνεται με την αστική τάξη. Δεν ήταν η στάση των Ελλήνων αυτή. Ο νεαρός εργάτης στη μοτοσυκλέτα αντιμετωπίζει την εργασία ως Θεό του γιατί του αρέσει να ανεβαίνει στη μοτοσυκλέτα τόσο πολύ.
Α.: Αλλά ακόμα και αν του αρέσει, η υποκειμενική αυτή ευτυχία παραμένει ιδεολογική.
Χ.: Αλλά αν του έλεγες για την ιδέα μας ότι υποτίθεται ότι είναι απολαυστική, θα το έβρισκε δύσκολο να το κατανοήσει και θα προτιμούσε να τον αφήσουμε ήσυχο.
Α.: Όλα αυτά είναι ψευδαισθήσεις.
X.: Και ναι και όχι. Απαιτεί πράγματι μεγάλη προσπάθεια.
Α.: Το ίδιο και η ανάβαση της μοτοσυκλέτας.
Χ: Αυτή είναι αντικειμενικά μετρήσιμη προσπάθεια. Είναι ευτυχής που την κάνει. Η πραγματική του απόλαυση με την ανάβαση της μοτοσυκλέτας είναι οι πρωκτικοί ήχοι που εκπέμπει. Φαινόμαστε απλώς ανόητοι αν προσπαθήσουμε να δώσουμε εξηγήσεις που είναι υπερβολικά ακριβείς.
Α.: Η εργασία εμφανίζεται όσο νωρίς όσο η Βίβλος.
Χ.: Αρχικά ως ανταλλακτική αρχή.
Α.: Αλλά παραμένει ασαφές γιατί η εργασία θα έπρεπε να επενδύεται με επιθυμία έτσι κι αλλιώς.
Χ: Είναι επίσης η χειρότερη τιμωρία για κάποιον να μην του επιτρέπεται να εργαστεί καθόλου.
Α.: Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι τα κλειδιά για όλα αυτά τα πράγματα. Στην κοινωνία όπου ζούμε κάθε εργασία είναι σαν εργασία στα στρατόπεδα.
Χ.: Πρόσεξε, κινδυνεύεις να πλησιάσεις ςτην ιδέα της απόλαυσης της εργασίας. Η αχρηστία της εργασίας και η περιφρόνηση στερούν τους ανθρώπους από το ελάχιστο κομμάτι απόλαυσης που θα μπορούσαν να αντλήσουν από αυτή, αλλά δεν ξέρω αν αυτός είναι ο κρίσιμος παράγοντας. Καμμία ιδεολογία δεν επιβιώνει στα στρατόπεδα. Ενώ η κοινωνία μας επιμένει ακόμα ότι η εργασία είναι καλό πράγμα.
Α.: Πώς γίνεται η εργασία αυτοσκοπός; Αυτό χρονολογείται από εποχές πολύ πριν τον καπιταλισμό. Αρχικά, νομίζω, επειδή η κοινωνία αναπαρήγαγε τον εαυτό της μέσω της εργασίας, αλλά μετά σε κάθε ατομική περίπτωση η σχέση μεταξύ απτής εργασίας και αναπαραγωγής είναι νεφελώδης. Στην κοινωνικά χρήσιμη εργασία οι άνθρωποι ξεχνούν για ποιο λόγο είναι χρήσιμη. Η αφηρημένη αναγκαιότητα της εργασίας εκφράζεται από το γεγονός ότι η αξία αποδίδεται στην εργασία την ίδια.
Χ.: Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι απολαμβάνουν φυσικά την εργασία, αδιάφορα από το αν η εργασία τους έχει σκοπό ή όχι. Αρχικά, η θέση του ανθρώπου είναι σαν αυτή ενός σκύλου που θέλεις να εκπαιδεύσεις. Θα προτιμούσε να επιστρέψει σε μια πρότερη κατάσταση ύπαρξης. Εργάζεται για να μην χρειάζεται να εργάζεται. Η πραγμοποίηση της εργασίας είναι ένα στάδιο στην διαδικασία που μας επιτρέπει να επιστρέψουμε στην παιδική ηλικία, αλλά σε υψηλότερο επίπεδο.
Α.: Έχει μια θετική και μια αρνητική πλευρά. Η θετική πλευρά βρίσκεται στην τελεολογία που η εργασία δύναται να καταστήσει πλεοναστική· η αρνητική πλευρά είναι ότι παραδιδόμαστε στον μηχανισμό της πραγμοποίησης, και στη διαδικασία ξεχνάμε το σημαντικότερο από όλα. Αυτό μετατρέπει ένα κομμάτι της διαδικασίας σε απόλυτο. Αλλά αυτό δεν είναι διαστροφή, εφόσον χωρίς αυτό η όλη διαδικασία δεν θα λειτουργούσε.
Χ.: Δεν είναι απλά θέμα ιδεολογίας αλλά επηρεάζεται επίσης από το γεγονός ότι μια ακτίνα φωτός από το τέλος [1] πέφτει πάνω στην εργασία. Βασικά οι άνθρωποι είναι υπερβολικά μυωπικοί. Παρερμηνεύουν το φως που πέφτει πάνω στην εργασία από τελικούς σκοπούς. Αντ’ αυτού, εκλαμβάνουν την εργασία ως εργασία ως το τέλος και έτσι βλέπουν την προσωπική τους επιτυχία στη δουλειά ως τον σκοπό αυτό. Αυτό είναι το μυστικό. Αν δεν το έκαναν αυτό, θα μπορούσε να υπάρξει αλληλεγγύη. Μια ακτίνα φωτός από το τέλος πέφτει πάνω στο μέσο με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί. Είναι ακριβώς σαν να λατρεύεις το σπίτι στο οποίο μένει η ερωμένη αντί για την ίδια την ερωμένη. Παρεμπιπτόντως, αυτή είναι η πηγή κάθε ποίησης.
Α.: Η τέχνη στο σύνολό της είναι πάντα τόσο ψευδής όσο και αληθής. Θα πρέπει να μην παραδιδόμαστε στην ιδεολογία της εργασίας, αλλά δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι κάθε ευτυχία είναι δίδυμη της εργασίας.
Χ.: Η ακτίνα φωτός πρέπει να ανακλαστεί προς τα πίσω από μια πράξη αντίστασης.
Α.: Η ζωϊκή φάση κατά την οποία κάποιος δεν κάνει τίποτε απολύτως δεν μπορεί να ανακτηθεί.
Χ.: Η ευτυχία θα ήταν μια ζωώδης κατάσταση ειδωμένη από τη σκοπιά αυτού που έχει σταματήσει να είναι ζώο.
Α.: Τα ζώα θα μπορούσαν να μας διδάξουν τι είναι ευτυχία.
Χ.: Το να πετύχεις την κατάσταση του ζώου στο επίπεδο του στοχασμού —αυτό είναι η ελευθερία. Ελευθερία σημαίνει να μην χρειάζεται να εργάζεσαι.
Α.: Η φιλοσοφία πάντοτε επιβεβαιώνει ότι ελευθερία είναι να επιλέγεις μόνος σου την εργασία σου, να έχεις την κυριότητα κάθε φρικτού πράγματος.

Χ.: Αυτό είναι παράγωγο φόβου. Στην Ανατολή έχουν συνειδητοποιήσει ότι μια τέτοιου είδους ελευθερία δεν είναι τίποτε σπουδαίο, για αυτό και έχουν επιλέξει αντ’ αυτής τη δουλεία. Το βασικό σημείο εδώ είναι ότι πρέπει να νικήσει η δικαιοσύνη. Δεν βασίζονται ιδιαίτερα στην ελευθερία. Η ελευθερία θα σήμαινε επιστροφή σε μια διεσπαρμένη κατάσταση πραγμάτων σε υψηλότερο επίπεδο. Εφόσον ο πολιτισμός είναι ταυτόσημος με την εργασία, η ειδωλοποίηση του ενός είναι το ίδιο κακή με την ειδωλοποίηση του άλλου. Το χαωτικό, το διεσπαρμένο —αυτό θα ήταν η ευτυχία.

[1] Σ.τ.Μ: Στα ελληνικά στο πρωτότυπο

Η κρυφή γοητεία του αριστερού αντισημιτισμού

από το site terminal 119

Ο Αντισημιτισμός είναι μέσα στον  αντι-ισραηλισμό ή αντι-σιωνισμό, όπως η καταιγίδα μέσα στα σύννεφα. Όταν μιλάει πρόστυχα, τότε μιλά για «το εγκληματικό κράτος του Ισραήλ».Όταν εμφανίζεται ευπρεπής, τότε μιλά για τo «προωθημένο φυλάκιο του Ιμπεριαλισμού». Γνωρίζω όσο κανείς άλλος, ότι αντικειμενικά το Ισραήλ φέρνει πάνω του τον άσχημο ρόλο του κατακτητή.Δεν έχω πρόθεση να δικονομήσω για όλα όσα κάνουν οι διάφορες Κυβερνήσεις του Ισραήλ.Οι πρoσωπικές μου σχέσεις με αυτήν την χώρα… είναι πρακτικά μηδέν.Δεν την επισκέφτηκα ποτέ, δεν μιλώ την γλώσσα της, ο πολιτισμός της μου είναι  και μάλιστα κατά προσβλητικό τρόπο ξένος, η θρησκεία της δεν είναι η δικιά μου. Παρόλα αυτά η ύπαρξη αυτού του κράτους είναι για μένα σημαντικότερη από την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου» (Ζαν Αμερί [1] , «ο έντιμος αντισημιτισμός»).

Στην ιστοσελίδα του ριζοσπάστη, στο πάνω μέρος δεξιά εμφανίζεται το εξαγωνικό άστρο του Δαβίδ (σημαία του Ισραήλ) το οποίο εναλλάσσεται με την αστερόεσσα των ΗΠΑ, της οποίας τα άστρα με την σειρά τους μετατρέπονται σε  αγκυλωτούς σταυρούς. Ακολουθούν τα γνωστά σλόγκαν για το «εγκληματικό» Ισραήλ κλπ. (Το άστρο του Δαβίδ ήταν πριν πάνω από 60 χρόνια υποχρεωμένη να το φορά μια μειοψηφία κατοίκων [2] μιας πολιτισμένης ευρωπαϊκής χώρας σαν στίγμα διαχωρισμού από τους υπόλοιπους. Τον αγκυλωτό σταυρό τον έκαναν σημαία τους η τον φορούσαν σαν περιβραχίονα πριν πάνω από 60 χρόνια οι πολιτισμένοι κάτοικοι της πολιτισμένης ευρωπαϊκής χώρας για να διαχωρίζονται από αυτούς με το άστρο του Δαβίδ).

Η έμπνευση αυτή του κομμουνιστή καλλιτέχνη φαίνεται να έχει πολύ απήχηση στους επισκέπτες της ιστοσελίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται η διαρκής, σχεδόν συνεχής αναμετάδοση αυτής της ηλεκτρονικής εικόνας. Αξίζει να σημειωθεί δε, ότι είναι ένα από τα ελάχιστα σχήματα (εκτός βέβαια από  τα δύο χειρωνακτικά εργαλεία) που αντέχει τόσο πολύ στο χρόνο (και στο γούστο). Φαίνεται ότι τροφοδοτεί με επιτυχία κάποια εντελώς συγκεκριμένα ένστικτα των οπαδών του.

Αυτονόητο, ότι πρόκειται για  ένα μήνυμα. Παρόλη την επιφανειακότητα του, αξίζει να κάνουμε τον κόπο να μιλήσουμε για το περιεχόμενό του.

Καταρχάς μας διαφωτίζει αυτό το μήνυμα, ότι η ΗΠΑ είναι το ίδιο με τους ναζήδες.

Αυτό βοηθά όλους εμάς, που δεν ζήσαμε την περίοδο των πολιτισμένων κατοίκων με τους περιβραχίονες, να αποκτήσουμε μια χειροπιαστή και πρακτική  εικόνα της τότε εποχής. Πολύ γρήγορα λοιπόν ανακαλύπτουμε με αυτή την εξίσωση, ότι ήταν μύθοι και προπαγάνδα αυτά που μας μάθανε οι γονείς μας και κάποιοι φανατισμένοι επιζήσαντες, τα περί στρατοπέδων μαζικής  εξόντωσης και καψίματος σε ειδικούς φούρνους, τάχα μου πάνω από  6 εκατομμύρια πολιτών με το άστρο του Δαβίδ, αλλά  και πολλών  άλλων, Κομμουνιστών, Δημοκρατών, Ρόμα, ψυχικά αρρώστων, ομοφυλόφιλων, αιχμαλώτων πολέμου (κατά προτίμηση Ρώσων) και πολλών  άλλων. Όλοι μας μαθαίνουμε σήμερα ότι Γκουαντάναμο  ίσον Άουσβιτς. Έτσι ξέρoυμε περίπου τι ήταν το Άουσβιτς.

Πρακτικά σημαίνει αυτό, ότι ο αντιαμερικανισμός χρησιμοποιείται σαν μοχλός αναίρεσης, αναθεώρησης και σχετικοποίησης των εγκλημάτων των γερμανών εθνικοσοσιαλιστών, οξύνοντας την φαντασία τους να ανακαλύπτουν παντού Ολοκαυτώματα.

Η ίδια η πραγματικότητα των εγκλημάτων των ΗΠΑ, οι κατακτητικοί τους πόλεμοι, οι βομβαρδισμοί τους, τα απομονωτήρια, τα βασανιστήρια  και η δολοφονίες των αντιπάλων τους κλπ., δεν αρκούν για να χαρακτηριστούν έτσι όπως είναι. Πρέπει οπωσδήποτε να εξισωθούν με το Ολοκαύτωμα, με έναν και μοναδικό σκοπό: Να  απαλείψουν μέσο της αναθεώρησης της Ιστορίας, την Μοναδικότητα του  Ολοκαυτώματος, του «εγκλήματος των εγκλημάτων» και να ακρωτηριάσουν έτσι την ιστορική μνήμη.

 

Οι «νέοι ναζήδες»

Το πιο σημαντικό και κυρίαρχο μέρος όμως αυτού του μηνύματος είναι κάποιο άλλο: Ότι αυτοί που τόλμησαν να επιζήσουν και να φτιάξουν το κράτος τους για να προστατευτούν από  τους πολιτισμένους με τους περιβραχίονες ή τους κατοπινούς θαυμαστές τους, είναι στην πραγματικότητα  ίδιοι με αυτούς, μεταλλασόμενοι από θύματα σε θύτες.

Το αν αυτό είναι γελοίο η όχι δεν παίζει κανέναν ρόλο, μια και ο σκοπός δεν είναι η εξήγηση του φαινομένου μετάλλαξης αλλά  ένας άλλος, καθοριστικός για την αριστερή τους ταυτότητα:

Γνωρίζοντας ότι αυτούς με τους περιβραχίονες τους μίσησαν και εν μέρει τους μισούν ακόμη πολλοί ανά τον κόσμο και την Ελλάδα, μια και έκαναν απρεπείς πράξεις (φυσικά όχι τόσο απρεπείς όσο οι ΗΠΑ, αλλά  περίπου) ελπίζουν στην μεταφορά του μίσους αυτού ενάντια στους «νέους ναζήδες [3] »: «Στην επιχείρηση αυτή διακρίνεται και η ηγεσία του Ισραήλ, που βαρύνεται με την ευθύνη για τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, με μεθόδους μάλιστα που χρησιμοποιήθηκαν κατά των Εβραίων στο Άουσβιτς, στο Νταχάου, στο Μπέλσεν, στο Μαουτχάουζεν…» (Ριζοσπάστης, 28.01.2005, «Το Άουσβιτς και οι παραχαράκτες του») [4] .

«Με την πολλή συζήτηση για τον αντισημιτισμό, επιχειρείται να συγκαλυφτεί η σιωνιστική πολιτική του Ισραηλινού κράτους, που εφαρμόζει γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων, παρόμοια με εκείνη που έζησαν οι Εβραίοι που μαρτύρησαν στα χιτλερικά στρατόπεδα», (Ριζοσπάστης, 01.02.2005)

Ιδιαίτερα αυτό «με την πολλή συζήτηση για τον αντισημιτισμό..» χτυπάει στο μάτι, μια που ως γνωστό την συζήτηση για αυτό το θέμα την αποφεύγει το κκε και το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς όπως ο διάολος το λιβάνι, ώστε να μπαίνει το ερώτημα, γιατί προσπαθούν με κάθε μέσο να αποτρέψουν μια τέτοια συζήτηση;

Και μια πού μιλάμε για αριστερή ταυτότητα θα ήταν άδικο να μην αναφερθούμε και στους άλλους, τους πιο επαναστάτες:«Με το να βομβαρδίζουν οι Σιωνιστές ναζιστές ειρηνικές διαδηλώσεις Παλαιστινίων πνίγοντας στο αίμα κραυγές ενάντια στις μαζικές κατεδαφίσεις…».

Και κάνουν μάλιστα και εκκλήσεις στην λούμπεν-δημοσιογραφία για συμπαράσταση: «Οι καλοταϊσμένοι καλαμαράδες δε βλέπουν φαίνεται τα εγκλήματα του σιωνιστικού ναζισμού» …».

Τι να σου κάνει όμως μια αρθρογραφία, αν δεν βάλεις ο ίδιος (η τουλάχιστον οι φυσικοί σου σύμμαχοι) χέρι. Για αυτό ζητούν συμπαράσταση από την «διεθνή κοινότητα», αυτήν που πάντα την αντιμάχονται: «Όταν η “διεθνής κοινότητα” απλώς παρακολουθεί να συντελείται μπροστά στα μάτια της μια γενοκτονία, χωρίς να παίρνει ούτε ένα μέτρο που να πονέσει τους Σιωνιστές» (από Εξέγερση/Κόντρα, «Αμερικάνοι δολοφόνοι και Ισραηλινοί Σιωνιστές μακελεύουν άμαχους πληθυσμούς»).

Σαν γνήσιοι επαναστάτες ξέρουν πολύ καλά τι έκανε παλιά ένα μέλος αυτής της κοινότητας, ώστε να πάρει και σήμερα « ένα μέτρο που να πονέσει τους Σιωνιστές». Και φυσικά μας κινεί την περιέργεια, τι μέτρα προτείνουν οι ίδιοι.

Στην αίγλη που αντανακλά η γοητεία του αριστερού αντισημιτισμού, φαίνεται να μην μπορεί να αντισταθεί κανείς. Έτσι η εφημερίδα Βαβυλωνία δεν άντεξε στον πειρασμό και αναμασά τα γνωστά περί «εθνοκάθαρσης», «όχι στο νέο Απάρτχαϊντ» κλπ.

Πριν από μερικά χρόνια, η εφημερίδα «ΤΟ ΠΡΙΝ» έκρουε  τον κώδωνα του κινδύνου για το φιλμ του Σπίλμπεργκ «Η λίστα του Σίντλερ», μιας και όπως έγραφε υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να εμφανιστούν στους θεατές σημάδια …συμπάθειας απέναντι στα θύματα των πολιτισμένων κατοίκων με τους περιβραχίονες (πράγμα που ως γνωστό δυσκολεύει κάποιες αρθρογραφίες-καταδίκες των «νέων ναζήδων»).

Χωρίς να ξεχνάμε φυσικά όλους αυτούς («αντιπροσωπίες», «παρατηρητές», «ανταποκριτές» κλπ.) που κατά συρροή κάνουν πολιτικό τουρισμό στην μέση ανατολή και μπορούν βεβαίως να ξεχωρίζουν τους Άραβες από τους Εβραίους, έχοντας λεπτομερειακές γνώσεις για τα έθνη, τους λαούς, τους πληθυσμιακούς αριθμούς και τις εκεί πολιτικές ομάδες κάθε απόχρωσης.

Δεν  έχουν όμως ιδέα και δεν δίνουν δεκάρα για την ίδια τους την ιστορία και αυτή του Ολοκαυτώματος. Αυτή η εθελοντική άγνοια είναι το λίπασμα του αριστερού αντισημιτισμού.

Μαθαίνουμε λοιπόν, τόσο από την αντικαθεστωτική Αριστερά (όσο πιο ριζοσπαστική τόσο και χειρότερη), όσο και από την «ημερήσια ταξική [5] » εφημερίδα του κκε, ότι οι εβραίοι (συγνώμη, οι Ισραηλινοί) είναι ένα μίγμα από Μελιγαλά (της προπαγάνδας) και Κανιβάλων [6] , ότι η μεγαλύτερη απόλαυσή τους  είναι να σκοτώνουν παιδιά (παλιότερα λέγανε ότι τους πίνουν το αίμα), ότι η μεγαλύτερη ικανότητα τους είναι να κατασκευάζουν σκευωρίες και συνωμοσίες βάζοντας το δάκτυλό τους παντού (ο γνωστός «εβραϊκός δάκτυλος»), όπως έλεγε και στην ελληνική τηλεόραση ένας υποψήφιος δήμαρχος Αθήνας του κκε την περίοδο των συλλήψεων ( ότι η 17 Νοέμβρη κατευθύνεται από τη …Μοσάντ), ότι όποιος θέλει να ψάξει για απάρτχαϊντ δεν χρειάζεται να πάει τόσο μακριά ως την Αφρική αλλά θα το βρει σε όλη του την κτηνωδία απέναντι από τη Κρήτη, ότι προβαίνουν κάθε Τρίτη και Πέμπτη σε γενοκτονίες κλπ., κλπ.  Σημειωτέον δε, ότι το Ισραήλ είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που την διακοσμούν με τόσα οξυμένα επίθετα (ακόμη και τις ΗΠΑ έχει ξεπεράσει) .

Το ότι ο αριστερός αντισημιτισμός εμφανίζεται σε τόσο διανοητικά τετριμμένο βαθμό δεν οφείλεται μόνο στο επίπεδο νοημοσύνης των γραφιάδων του, αλλά κυρίως στην ίδια του την φύση: παραδοσιακά μανιακός, ενστικτώδης και – μετά την εμπειρία του Άουσβιτς – εξοντωτικός.

 

Η εκδίκηση της άγνοιας

Ποτέ η μεταπολεμική Αριστερά δεν έκανε ούτε καν τον κόπο να καταλάβει την διαφορά ανάμεσα στον φασισμό και τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό.

Ποτέ δεν προσπάθησε να πλησιάσει διανοητικά τις διαστάσεις του Ολοκαυτώματος. Ποτέ δεν προσπάθησε να μάθει τουλάχιστον τι και πώς ακριβώς συνέβη, τη διαδικασία εξόντωσης εκατομμυρίων.

Ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν τα θύματα είχαν έστω και μια ελάχιστη δυνατότητα επιβίωσης, αν είχαν κάποια συμπαράσταση, αν είχαν τέλος μια εναλλακτική, έστω και την πιο επαίσχυντη ευκαιρία να επιζήσουν.

Αν για παράδειγμα οι αντίπαλοι των ΗΠΑ αλλάξουν και γίνουν οπαδοί της νέας τάξης πραγμάτων, γίνονται αμέσως «σύμμαχοι», παίρνουν και μερικά δάνεια-χάνδρες [7] .

Αν ένας αλλόθρησκος γίνει ομόθρησκος,  θα τον αφήσουν κατά πάσα πιθανότητα στην ησυχία του. Αν ένας επαναστάτης γίνει δοσίλογος, εξασφαλίζει ακόμη και το μέλλον των παιδιών του.

Αυτήν την δυνατότητα της διαλογής δεν την είχαν οι εβραίοι. Οτιδήποτε και να έκαναν, οποιαδήποτε στάση και να κρατούσαν (υποθετικά, ακόμη και εθνικοσοσιαλιστές να γινόταν) δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να σωθούν.

Αυτό το απόλυτο Μηδέν, αυτή η παντελής έλλειψη να δοθεί ένα νόημα στην εξόντωσή τους, είναι που δημιουργεί την Μοναδικότητα του Oλοκαυτώματος και ταυτόχρονα την αδυναμία του ανθρώπινου μυαλού να καταλάβει τι και γιατί συνέβη αυτό που συνέβη.

Όταν ένας Επαναστάτης στήνεται στο απόσπασμα, πεθαίνει με τη πεποίθηση ότι ο θάνατος του δεν πάει χαμένος, ότι τις Ιδέες του θα τις ακολουθήσουν άλλοι κλπ. Το Ολοκαύτωμα όμως τα σβήνει αυτά όλα. Τα αποκλείει, δεν τα επιτρέπει.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαιναν για καμία Ιδέα τους, για κανένα Ιδανικό τους. Απλώς πέθαιναν γιατί έπρεπε για κάποιους να πεθάνουν. Τέρμα!

Και είναι φυσικά δύσκολο να καταλάβει κανείς μια διαδικασία εξόντωσης, όπου η γερμανική βέρμαχτ (ο γερμανικός στρατός) όργωνε όλη την Ευρώπη, αψηφώντας κόπους, έξοδα, ακόμη και τον κίνδυνο για στρατιωτικές ήττες [8] με έναν και μοναδικό σκοπό: Να βρει, να ανακαλύψει και να συλλάβει όλους όσους θεωρούσε εβραίους, για να τους στείλει με ειδικά για αυτό και μόνο το σκοπό τραίνα από  το μακρινό Μαυροβούνιο για παράδειγμα, με μια ειδική γραφειοκρατική διαδικασία, σε ειδικά  για αυτό και μόνο τον σκοπό κατασκευασμένα στρατόπεδα εξόντωσης, ώστε να δολοφονηθούν με έναν εντελώς ειδικό τρόπο εκατομμύρια στιγματισμένοι.

Ο τονισμός της μαζικότητας αυτής της δολοφονίας δεν σημαίνει μόνο ότι δολοφονήθηκαν μάζες ανθρώπων, αλλά ταυτόχρονα, ότι και πραγματοποιήθηκαν οι δολοφονίες αυτές από μάζες ανθρώπων χωρίς κανένα πρόβλημα: Η αποπνικτικά απόλυτη πλειοψηφία του γερμανικού λαού δόθηκε με πάθος και ορμή σε αυτό το εθνικό έργο. Άνδρες και γυναίκες, προλετάριοι και μικροαστοί, δάσκαλοι και  γιατροί, νομικοί και σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, αρχιτέκτονες και  βιομήχανοι, διανοούμενοι και οικοδόμοι, καθαρίστριες και σπιτονοικοκυρές, αριστεροί και δεξιοί, αφεντικά  και υπηρέτες μπήκαν εν ψυχή και σώματι στην διαδικασία παραγωγής πτωμάτων.

Δεν υπάρχει ούτε ένας κλάδος ή τμήμα του γερμανικού πληθυσμού που να μην πήρε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενεργό μέρος στο Ολοκαύτωμα (ένα είδος δηλαδή πλατιάς δημοκρατικής διαδικασίας). Έτσι και μόνο έτσι μπόρεσε να πραγματοποιηθεί η γερμανική εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση.

Το να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, μπορεί να είναι ζήτημα ηθικής η νομικής απειθαρχίας.

Το να σκοτώσεις 6 εκατομμύρια είναι ζήτημα εργατικής ηθικής και εργατικής πειθαρχίας.

Αλλιώς είναι οργανωτικά αδύνατον να φέρεις σε πέρας ένα τέτοιο τεράστιο έργο σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Το  Ολοκαύτωμα έφερε -  πέρα από  τον τρομακτικό αριθμό θυμάτων – δύο ακόμη αποτελέσματα. Την επαναδημιουργία του κράτους των θυτών την Γερμανία (μέχρι το 1989  σε διπλό πακέτο) και την ίδρυση του κράτους των θυμάτων τους το Ισραήλ, τον χώρο προστασίας, όσων θα ξανακυνηγηθούν από  αυτούς, που θα θελήσουν να μιμηθούν τους «πολιτισμένους κατοίκους με τους περιβραχίονες..».

Οι ανά τον κόσμο αντισημίτες – που λόγω των  θηριωδιών ενάντια στους εβραίους δεν τολμούσαν να τα λένε όπως θα θέλανε – βγάζουν σήμερα τα απωθημένα τους  με κύριο σημείο αναφοράς το Ισραήλ και τους εβραίους της Διασποράς, συνεχίζοντας με την νέα επιγραφή (Ισραήλ αντί εβραίοι) τον παρανοϊκό αντισημιτισμό τους. Επομένως ήταν για αυτούς το Μεσανατολικό και η τραγική κατάσταση, το να διεκδικούν δύο λαοί το ίδιο έδαφος, ένα δώρο εξ ουρανού.

Όσο για το κράτος του Ισραήλ, αξίζει να θυμίσουμε τι έλεγε παλιά ο ξηρός και λιγόλογος στις εκφράσεις του υπουργός εξωτερικών της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών Αντρέϊ Γκρομίκο, όταν ακόμη οι θηριωδίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού ήταν νωπές στην μνήμη των σοβιετικών και η αντιφασιστική συνείδηση καθοριστική για τους κατοίκους της Σοβιετικής Ένωσης: «Όσον αφορά το εβραϊκό κράτος, η ύπαρξη του είναι μία πραγματικότητα είτε αυτό αρέσει σε κάποιους είτε όχι… Η αντιπροσωπεία της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να σιωπήσει, αλλά να εκδηλώσει την έκπληξή της για τη στάση των αραβικών χωρών στο παλαιστινιακό ζήτημα. Ιδιαίτερα μας εκπλήσσει το να βλέπουμε ότι αυτές οι χώρες η τουλάχιστον μερικές από αυτές αποφάσισαν να λάβουν στρατιωτικά μέτρα με σκοπό να εξοντώσουν το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα των Εβραίων. Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τα ζωτικά συμφέροντα των λαών της Μέσης Ανατολής με τις ανακοινώσεις ορισμένων αράβων πολιτικών και αραβικών κυβερνήσεων, των οποίων είμαστε μάρτυρες» (Αντρέϊ Γκρομίκο, Από την ομιλία του στον ΟΗΕ το 1948).

Από ότι φαίνεται,  η ελληνική Αριστερά στην συντριπτική της πλειοψηφία δεν συγχώρεσε ακόμη στους εβραίους, το ότι μερικοί από  αυτούς  επιζήσανε.

Ένας δικηγόρος κατηγορίας στην δίκη της 17Ν έθεσε ανοιχτά το ερώτημα:

« Γιατί δεν έγινε ποτέ επίθεση σε ένα εβραϊκό στόχο, είτε ατόμων, είτε εβραϊκών συμφερόντων; Εκτός από τις επιθέσεις εναντίον του αμερικανικού Ιμπεριαλισμού, πραγματοποιήθηκαν επιθέσεις ενάντια σε στόχους από  τη Μέση Ανατολή και από  τα Βαλκάνια, ενάντια σε τουρκικούς, αγγλικούς, γαλλικούς, γερμανικούς, σαυδαραβικούς και άλλους στόχους, ενάντια στον Ολλανδό πρέσβη και στην ολλανδική πρεσβεία, αλλά  κανένας εβραϊκός στόχος» (Από την Εφημερίδα Αυγή).

Στην σύγχρονη Ελλάδα του δοσιλογισμού και της ρουφιανιάς δεν απορεί πια κανείς γιατί είναι κάποιος αντισημίτης, αλλά …γιατί δεν είναι.

Με την απόλυτη εδραίωση του αντισημιτισμού στην ελληνική κοινωνία και στις «πρωτοπορίες» της μόνο αυτή η  εξήγηση (πράκτορες της Μοσάντ) μπορεί να δοθεί. Σημειωτέον δε , ότι το επιχείρημα του ότι η αριστερά ήταν δημιούργημα των σιωνιστών εβραίων, ήταν το πρώτο αντικομμουνιστικό επιχείρημα επί ελληνικού εδάφους για εσωτερική κατανάλωση. Αυτό λοιπόν το επιχείρημα επαναλαμβάνεται 80 χρόνια μετά. Εκεί έχουμε φτάσει.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε αυτοκριτικά, ότι άδικα «κατηγορήθηκε» η 17Ν για έλλειψη αντισημιτικής «ευαισθησίας» [9] . Τα ίδια και χειρότερα γράφανε σε προκηρύξεις τους. Έτσι για παράδειγμα  απαιτούσανε από την Δύση να επιβληθούν οικονομικές και στρατιωτικές κυρώσεις ενάντια στο Ισραήλ (οι εθνικοσοσιαλιστές στην Γερμανία το λέγανε «μην αγοράζετε από εβραίους»), για να σταματήσει το «ρατσιστικό», «φασιστικό» κλπ. Ισραήλ το «δολοφονικό» του έργο, υμνώντας μάλιστα την «διεθνή νομιμότητα»: «Όλα αυτά συνέβησαν χωρίς να δούμε κανένα εμπάργκο ενάντια στο Ισραήλ, χωρίς να δούμε καμιά στρατιωτική επέμβαση της Δυτικής Κοινότητας που να υποχρεώνει το Ισραήλ να σεβαστεί τη διεθνή νομιμότητα»( προκήρυξη 30/1/91).

 

Λησμονημένα γενέθλια

Είναι λογικό, ότι το φαινόμενο αυτό του αριστερού αντισημιτισμού απαιτεί μια εξήγηση.

Όπως είπαμε προηγουμένως η εξήγηση αυτή δεν μπορεί να δοθεί με το μεσανατολικό ζήτημα (αυτό είναι μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο γαλουχούν τον  αντισημιτικό παρανοϊσμό τους) αλλά ούτε και με τα υπάρχοντα αντισημιτικά στοιχεία του μαρξισμού [10] και αναρχισμού [11] .

Μια που μιλάμε για ελληνική Αριστερά και για ιστορικές μνήμες, θα πρέπει να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στα πρώτα χρόνια της εμφάνισής της στην Ελλάδα. Τότε που ιδρύθηκε η Φεντερασιόν με τον ελληνοεβραίο ηγέτη της Αβραάμ Μπεναρόγια. Τότε που ελληνοεβραίοι και σλάβοι προλετάριοι της Θεσσαλονίκης τολμούσαν να περάσουν στις γραμμές των πρώτων σοσιαλιστικών ομίλων της Φεντερασιόν. Τότε που ο Μπεναρόγια με τον σύντροφο του Σαμουέλ Γιονά [12] (γραμματέα του συνδικάτου καπνεργατών) οργάνωναν τις πρώτες μαζικές απεργίες καπνεργατών.

Ταυτόχρονα με τη γέννηση αυτής της Οργάνωσης και την τότε όξυνση των κοινωνικών καταστάσεων (εμφάνιση μαχητικού, μη «καθαρά ελληνικού» προλεταριάτου από την μια και βίαιες προσπάθειες ελληνοποίησης του πολυπολιτιστικού και πολυεθνικού πληθυσμού από την άλλη), άρχισε η διείσδυση του ήδη υπάρχοντα αντισημιτισμού των λαϊκών στρωμάτων στην Αριστερά, μέσω «ελληνοχριστιανών» κομμουνιστών. Έτσι εμφανίστηκαν σοσιαλιστικά στελέχη να αρνούνται να πάρουν μέρος στο συνέδριο του ΣΕΚΕ γιατί αυτό «γέμισε από  εβραίους», όπως οι ίδιοι γράφανε στις επιστολές τους. Με την αύξηση των γραμμών της Αριστεράς και την βίαια ελληνοποίηση του πληθυσμού λιγόστευε και η συμμετοχή των ελληνοεβραίων επαναστατών.

Το πρόβλημα με τους υπόλοιπους το έλυσαν αργότερα με τον δικό τους, μοναδικό τρόπο οι γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές. Και οι λίγοι που επέζησαν τα στρατόπεδα και γύρισαν ζωντανοί-νεκροί στην Ελλάδα, δεν άντεξαν και μετανάστευσαν (κύρια στο Ισραήλ [13] αλλά και σε άλλες χώρες).

Λόγω μάλιστα της πλατιάς «αριοποίησης α λα ελληνικά» (κατάσχεση εβραϊκών περιουσιών από  ελληνοχριστιανούς) οι επιζώντες δεν έχασαν μόνο τους συγγενείς και φίλους τους, αλλά  ακόμα και τα υπάρχοντά τους.

Σήμερα έχει σβήσει κάθε σχέση με αυτήν την πλευρά του αριστερού κινήματος και ο Αβραάμ Μπεναρόγια μετανάστευσε μετά τον εμφύλιο στο Ισραήλ, ξεχασμένος και απομονωμένος από  όλους μέχρι τον θάνατό του το 1979.

Έτσι έλυσε η ελληνική Αριστερά μια για πάντα το «πρόβλημα» γέννησής της.

Μόνο που από κάποτε λερώνουν κάτι επαναστατικά και μη συνθήματα τα μνημεία του Ολοκαυτώματος, όπως για παράδειγμα η αναγραφή τον Αύγουστο του 2004 από αγνώστους στο μνημείο της Δράμας, «Ελλάδα-Παλαιστίνη Εβραίος δεν θα μείνει» (αλλά και σε άλλα μέρη).

Αριστεροί φοιτητές σπουδάζουν σήμερα ανέμελα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ή φτιάχνουν τα πηγαδάκια τους και τις συνελεύσεις τους με άκρως πολιτικές αντιπαραθέσεις υψηλού επιπέδου… πάνω στα πτώματα των ελληνοεβραίων. Ή μήπως γνωρίζει κανείς κανέναν που να απαίτησε ποτέ, να κατεδαφιστεί το Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο σαν ελάχιστη ένδειξη σεβασμού στους νεκρούς, του από τους γερμανούς καταστρεμμένου εβραϊκού νεκροταφείου [14] , που βρίσκεται κάτω από  τα θεμέλιά του;

 

Κραυγαλέα σιωπή

Μια από  τις σκοτεινότερες σελίδες της ελληνικής Αριστεράς είναι η στάση της απέναντι στην εξόντωση των ελλήνων εβραίων.

Όχι γιατί αυτή η Αριστερά έκανε κανένα έγκλημα αλλά  για έναν πολύ απλό λόγο: Για το ότι δεν έκανε τίποτε. Απολύτως τίποτε. Και σαν να μην έφθανε αυτό, είχαμε μια κραυγαλέα σιωπή για αυτό το θέμα. Μια σιωπή που κρατάει εδώ και πάνω από  60 χρόνια. Μέχρι  σήμερα.

Ξεφυλλίζοντας τον τότε παράνομο αντιστασιακό τύπο για τον οποίο πρέπει να πούμε ότι έβγαινε κατά χιλιάδες αντίτυπα, βρίσκει κανείς – και φυσικά πολύ σωστά  – εκτενή περιγραφή των εγκλημάτων και των θηριωδιών των καταχτητών. Όχι μόνο τα μαζικά τους εγκλήματα αλλά  και την καθημερινή τους τρομοκρατία, τις κλεψιές τους, τη δεσποτική τους στάση κλπ. Πλησιάζοντας όμως στις ημερομηνίες των συλλήψεων των εβραίων, μάταια θα ψάξει ο αναγνώστης να βρει άρθρα ή ανταποκρίσεις για αυτό το καθοριστικό γεγονός. Και να σκεφτεί κανείς, ότι άλλες, μη αντιστασιακές εφημερίδες της εποχής αναμετέδιδαν την είδηση.

Δεν ήταν λοιπόν θέμα άγνοιας, πόσο μάλλον που οι συλλήψεις και το μάζωμα γίνονταν ανοιχτά, μπροστά στα μάτια των ελληνοχριστιανών.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά  ακόμα χειρότερα: Ουκ ολίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι ελληνοχριστιανοί περίμεναν σαν τους γύπες από  τα άγρια χαράματα να μαζώξουν οι γερμανοί τους εβραίους συμπατριώτες τους για να το ρίξουν στο πλιάτσικο των περιουσιών τους. Τόσο στην Κέρκυρα [15] όσο και στην Θεσσαλονίκη αλλά  και σε άλλες πόλεις είχαμε το ανατριχιαστικό αυτό φαινόμενο. Ήταν δε τόσο αποτελεσματικό (το πλιάτσικο), ώστε ανάγκασε τους γερμανούς να βγάλουν ανακοίνωση, ότι όποιος συλλαμβάνεται για πλιάτσικο θα εκτελείται επί τόπου (φυσικά δεν το έκαναν από  ανθρωπιστικούς λόγους αλλά  από πειθαρχικούς. Ακόμη και το μεγαλύτερο έγκλημά τους έπρεπε να γίνει με τάξη).

Για το κκε, μετά το κάλεσμά του προς τους εβραίους και τις άλλες μειονότητες να βγούνε στο βουνό (πράγμα που το ακολούθησαν αρκετές εκατοντάδες εβραίοι και πολέμησαν στις γραμμές του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ) το θέμα έληξε. Παρόλο που από  την αρχή του πολέμου ο εξοντωτικός αντισημιτισμός των ναζήδων εκφραζόταν ανοιχτά (από το 1942 τούς είχαν ήδη αναγκάσει στην Ελλάδα να φορούν το κίτρινο άστρο του Δαβίδ) και τουλάχιστον οι κατατρεγμοί ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό στην κατεχόμενη Ευρώπη ήταν πλατιά γνωστοί, δεν κουνήθηκε φύλλο. Ειδικά στην Ελλάδα είχαμε τις απελάσεις αργότερα από άλλες χώρες [16] . Όταν δηλαδή το αντάρτικο ήταν στο φόρτε του. Σε μια χώρα με ένα αξιόμαχο αντάρτικο σαν τον ΕΛΑΣ, με ένα μαζικό  απελευθερωτικό μέτωπο σαν το ΕΑΜ δεν συνέβη τίποτε.

Ένας απλός παραλληλισμός με την γειτονική μας Βουλγαρία καταδεικνύει το μέγεθος αυτού του δράματος: Όταν εκεί ήταν να ξεκινήσουν οι συλλήψεις των εβραίων, είχαμε μια πλατιά συμπαράσταση των λαϊκών στρωμάτων και της αντίστασης (παρόλο που ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με την Ελλάδα). Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθούν ελάχιστοι εβραίοι (πάνω από  90% σώθηκαν, ενώ στην Ελλάδα πάνω από  90% εξοντώθηκαν) και οι γερμανοί έμειναν κυριολεκτικά με άδεια χέρια.

Εντελώς αντίθετη με αυτή την παράξενη απραξία, ήταν η στάση του κινήματος στο ζήτημα της επιστράτευσης: Με τις μαζικές και μαχητικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια της αντίστασης κατάφεραν  με επιτυχία να την σταματήσουν.

Γιατί αυτό δεν έγινε και με τους ελληνοεβραίους;

Τι αποφάσεις πάρθηκαν για αυτό το ζήτημα από την τότε ηγεσία του κινήματος;

Για ποιους λόγους; Με πιο σκεπτικό;

Γιατί δεν ανοίγουν τα αρχεία εκείνης της εποχής ώστε να βγει στο φως η ιστορική αλήθεια;

Γιατί δεν βάζει κανείς αυτά τα ερωτήματα;

Διότι αν δεν υπάρχει τίποτε, πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η τύχη των συμπατριωτών τους δεν τους ενδιέφερε. Διότι ήσαν αλλιώτικοι από  τους άλλους!

Τα ερωτήματα όμως όχι μόνο δεν τελειώνουν εδώ, αλλά τώρα αρχίζουν: Ως γνωστό, οι κατακτητές επέβαλαν στις κυβερνήσεις των χωρών που κατακτούσαν ένα είδος φόρου κατοχής, στο ύψος των αναγκών του γερμανικού στρατού που ήταν στην χώρα. Το ίδιο λοιπόν επέβαλαν και στην Ελλάδα. Εδώ όμως εμφανίστηκε ένα οικονομικό πρόβλημα. Η Ελλάδα των 7 εκατομμυρίων κατοίκων τότε, λόγω της τεράστιας φτώχιας που μάστιζε την χώρα και τον καλπάζοντα πληθωρισμό, δεν ήταν εύκολο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των κατακτητών.

Οι Γερμανοί και η τότε ελληνική κυβέρνηση έπρεπε λοιπόν να πάρουν δρακόντεια μέτρα «ξεζουμίσματος» του ελληνικού λαού με όλες τις συνέπειες που θα επέφεραν αυτά τα μέτρα.

Το πρόβλημα το έλυσε όμως η «ευρηματικότητα» του Νόϊμπαχερ (υπεύθυνου  για την Ελλάδα και ειδικού απεσταλμένου του Χίτλερ) και το εφάρμοσε ο στρατιωτικός υπεύθυνος για την Θεσσαλονίκη (και κύριος εκτελεστής του Ολοκαυτώματος μαζί με έναν άλλο, τον Μπρούνερ), αξιωματικός Μαξ Μέρτεν με πιο ανώδυνο και προσοδοφόρο τρόπο και για τις δυό πλευρές: Με την κατάσχεση του συνόλου της  περιουσίας των ελλήνων εβραίων.

Για να κρατηθούν όμως τα «νόμιμα» πλαίσια, έπρεπε αυτός ο κλεμμένος πλούτος να «πλυθεί». Έτσι ακολουθήθηκε η εξής διαδικασία: Τον πλούτο που μάζεψαν οι γερμανοί (και οι έλληνες συνεργάτες τους) από τα θύματά τους (χρυσαφικά, κοσμήματα, πανάκριβα χαλιά,  κλπ. ) της τάξης συνολικά των 1,7 εκατομμυρίων αγγλικών χρυσών λιρών [17] τον έδωσαν στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία το ρευστοποίησε στα χρηματιστήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και αλλού, και με αυτά πλήρωσε τα χρέη της στους γερμανούς, οι οποίοι με την σειρά τους καλύψανε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τις ανάγκες του στρατού τους. Δηλαδή, όσο και τραγικό να ακούγεται, οι κλεμμένες περιουσίες των ελλήνων εβραίων έσωσαν την ζωή χιλιάδων ελλήνων χριστιανών, που αλλιώς θα πέθαιναν από πείνα, αν οι γερμανοί «ξεζουμίζανε» τον ελληνικό πληθυσμό!

Σε αυτό το τεράστιο οικονομικό επιχείρημα πήραν μέρος εκατοντάδες άτομα από Τράπεζες, οικονομικούς οργανισμούς, υπουργεία κλπ., ακόμη και χιλιάδες, αν  προσθέσει κανείς τους αγοραστές και τους μεσίτες, που με λίγα χρήματα θησαύρισαν. Για όλα αυτά υπάρχουν στοιχεία στα αρχεία των τραπεζών και αλλού, αμπαρωμένα και φυλαγμένα σαν τα μάτια τους.

Γιατί δεν κατονομάζονται οι μετείχαντες σε αυτήν την άκρως βρώμικη μεν προσοδοφόρα δε επιχείρηση;

Γιατί παραμένουν τα αρχεία της τράπεζας Ελλάδας και της εθνικής τράπεζας μέχρι σήμερα κλειστά;

Ποιοι είναι αυτοί πού έκαναν περιουσίες με τις περιουσίες των θυμάτων;

Πια πολιτικά και οικονομικά τζάκια εκτίθενται αν βγουν όλα αυτά στο φως της δημοσιότητας;

Γιατί δεν ζητά η Αριστερά (σαν η μόνη που δεν είχε σχέσεις με αυτές τις βρωμιές) να ανοίξουν οι φάκελοι ΟΛΩΝ των σε αυτήν την «διαδικασία» συμμετασχόντων;

Υπάρχει και αν ναι, τι είδους συναίνεση ή συμφωνία να αφεθεί το θέμα στην λήθη της ιστορίας;

Να μην ξεχνάμε: Η καθεστωτική Αριστερά είχε ήδη στο πρόσφατο παρελθόν συμφωνήσει να καούν οι φάκελοι χαφιεδισμού λόγω …εθνικής συμφιλίωσης!

Και το κυριότερο: Από τον κλεμμένο πλούτο, μόνο 10% επιστράφηκε μετά τον πόλεμο από τους γερμανούς στους έλληνες εβραίους (οι γερμανοί είχαν αποφασίσει να αποζημιώσουν μόνο όσους επέζησαν η τούς συγγενείς των θυμάτων τους). Αφού λοιπόν έκαναν τόσο συστηματική εκκαθάριση, μόνο 10% των θυμάτων τους η των συγγενών τους έμειναν στην ζωή!

Είναι πια καιρός να βάλουμε τέρμα στην Ιστορία αυτής της βρώμικης Ιστορίας και να απαιτήσουμε να δοθεί το υπόλοιπο 90% πίσω στις κοινότητες των θυμάτων.

 

Ιστορίες χωρίς τέλος

Από την άλλη υπάρχει στη Ελλάδα απέναντι στην χώρα των πολιτισμένων κατοίκων που κάποτε φορούσαν τους γνωστούς περιβραχίονες κλπ.,  ένας θαυμασμός και κάλυψη, ναι κάλυψη των παλιών και σύγχρονων εγκλημάτων τους.

Μερικά ελάχιστα παραδείγματα:

Όταν  τον Απρίλη του 2000 επισκέφθηκε ο τότε Πρόεδρος της Γερμανίας Ράου την Ελλάδα, δεν ακούστηκε ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας εναντίον του για μια άλλη, επίσης ξεχασμένη Ιστορία: Διότι ο Ράου ήταν μεταπολεμικά, κομματικός σύντροφος του δικηγόρου Μαξ Μέρτεν, του σφαγέα των ελληνοεβραίων της Θεσσαλονίκης. Το κόμμα τους, το  πανγερμανικό λαϊκό κόμμα ιδρύθηκε το 1952 από ένα άλλο επίσης πολύ στενό φίλο και συγγενή τού Ράου, Γκούσταφ Χάϊνεμαν (η γυναίκα του Ράου ήταν η εγγονή του Χάϊνεμαν). Ο Μέρτεν συνελήφθη  στην Ελλάδα σε μια «απρόσεκτη» επίσκεψή του το 1957 και το ελληνικό δικαστήριο τον καταδίκασε για τα εγκλήματά του σε 25 χρόνια φυλακή. Κατόπιν, κάτω από την πίεση της γερμανικής κυβέρνησης απελάθηκε στην Γερμανία, η οποία μετά από μια σύντομη διαδικασία (και χάριν της νομικής και πολιτικής υποστήριξης του Χάϊνεμαν) τον άφησε ελεύθερο. Ο Μέρτεν έλαβε μια πλουσιοπάραχη αποζημίωση από τη γερμανική κυβέρνηση για την «ταλαιπωρία του στις ελληνικές φυλακές» και ο Χάϊνεμαν εκλέχτηκε το 1969 Πρόεδρος της Δυτικής Γερμανίας!

Άλλο παράδειγμα:

Ως γνωστό, η Ελλάδα πήρε ελάχιστη αποζημίωση για τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα της γερμανικής θηριωδίας. Ο φάκελος αυτός έχει προ πολλού, ακόμη και για την Αριστερά κλείσει (οι επιθέσεις της 17Ν σε γερμανικούς οργανισμούς και αρχές, με αίτημα την αποζημίωση των θυμάτων τους δεν αφύπνισαν κανέναν από  τον λήθαργό του). Κάποιοι λίγοι απόμειναν να επιμένουν ακόμη σε αυτό το «μη επαναστατικό» αίτημα.

Πρόσφατο παράδειγμα:

Με την ευκαιρία φέτος της επετείου του βομβαρδισμού της Δρέσδης, έσχιζε τα ιμάτιά του ο ριζοσπάστης αλλά και άλλες αριστερές φυλλάδες για το «έγκλημα των Άγγλων ενάντια στον άμαχο πληθυσμό», παραποιώντας την ιστορική αλήθεια (η Δρέσδη ήταν ο κεντρικός κόμβος μεταφοράς και τροφοδότησης με πολεμικό υλικό των γερμανικών στρατευμάτων, πράγμα που είχε γίνει πονοκέφαλος για τον κόκκινο στρατό [18] ), αναμασώντας έτσι την προπαγάνδα των γερμανών νεοναζήδων (που έκαναν μάλιστα φέτος και μεγάλες διαδηλώσεις με ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο). Αλλά και ανεξάρτητα από την στρατηγική ή όχι θέση της Δρέσδης: «Όταν πέταξα πάνω από την Δρέσδη και έριξα τις Βόμβες, δεν είχα γνώση του Άουσβιτς. Αν τότε το γνώριζα θα πετούσα από πάνω της άλλες τρεις φορές», έλεγε ένας Βετεράνος Άγγλος πιλότος αντιφασίστας.

Φαίνεται ότι η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της ιστορικής ευθύνης. Σήμερα η Γερμανία θεωρείται μια φιλελεύθερη, δημοκρατική χώρα (που τα βάζει μάλιστα κάποτε-κάποτε με τους αμερικάνους). Αυτά φαίνεται ότι αρκούν για να τής φέρονται με το γάντι.

Ακόμη χειρότερα: Οι μεν θαυμάζουν την εργατικότητα της, τη καθαριότητα της, την οικονομία της, την τεχνική της, το σύστημα φορολογίας της, την τάξη και πειθαρχεία της (όλα αυτά δηλαδή που βρήκαν την πληρέστερη έκφρασή τους στο Ολοκαύτωμα), οι δε την δυναμικότητα των γερμανών αριστερών, τις επαναστατικές τους θεωρίες κλπ.

Έτσι έχουμε το αισχρό φαινόμενο σήμερα, τους απογόνους των  θυμάτων να τους στέλνουνε στο διάολο ( ή με την φαντασία τους ξανά στα κρεματόρια) και τους θύτες  να τους πανηγυρίζουνε.

Όσο λοιπόν η Αριστερά θα αρνείται  να πιάσει αυτό το καυτό σίδερο, όσο  θα παριστάνει την άσχετη με αυτές τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας της, όσο θα αρνείται να θέσει σαν στόχο της να βγουν στη φόρα τόσο τα ονόματα όλων αυτών που βοήθησαν με τον ένα η τον  άλλο τρόπο στην επιτυχία του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα, όσο και αυτών πού ωφελήθηκαν από αυτό, και όσο τέλος αρνείται σκόπιμα, να καταλάβει το λόγο ύπαρξης του Ισραήλ, τόσο θα είναι καλύτερα να  το βουλώνει.

 

Café Morgenland [19]                                                     Γερμανία/Ελλάδα, Δεκέμβρης 2005

 


 


[i][1]   Ο Ζαν Αμερί, ένας αριστερός διανοούμενος που έμαθε ότι είναι εβραϊκής καταγωγής… όταν τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, πήρε μέρος στην Αντίσταση, συνελήφθη και επέζησε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά  δεν άντεξε στο ψέμα και στην υποκρισία της μεταπολεμικής κοινωνίας. Έβαλε τέρμα στην ζωή του το 1979 στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Έγραψε πολλά  βιβλία και κείμενα καυτηριάζοντας τις μεταναζιστικές κοινωνίες.

[i][2] Όταν ανέβηκαν οι εθνικοσοσιαλιστές στην εξουσία, ο εβραϊκός πληθυσμός αποτελούσε μόλις το 1% του συνόλου του πληθυσμού της Γερμανίας

[i][3] αυτοί που τονίζουν  το γνωστό επιχείρημα ότι η διατύπωση στρέφεται μόνο ενάντια στη ηγεσία του Ισραήλ (λες και η εξίσωση της κυβέρνησης του Ισραήλ με τους χιτλερικούς είναι λιγότερο προβληματική), αποσιωπούν το γεγονός, ότι αυτή την ηγεσία  την υποστηρίζει μια τεράστια πλειοψηφία, οι ίδιοι που για να κερδίσουν έναν ψήφο, γλείφουν τον κώλο κάθε ελληναρά. Ακόμη και αυτή τη αντίφαση να ξεχάσουμε, δεν θυμόμαστε να βγήκε ποτέ το κκε (και η πλειοψηφία της αριστεράς) για να διαμαρτυρηθεί η να καταγγείλει  τις περιπτώσεις που νέοι ισραηλινοί προλετάριοι, μαθητές, μετανάστες νεολαίοι και πολλοί άλλοι ανατινάζονταν στον αέρα με διαμελισμένα κορμιά.

[i][4] τα ελάχιστα αποσπάσματα που χρησιμοποιούμε, αντικατοπτρίζουν μόνο μερικά «ψίχουλα» του αντισημιτισμού

[i][5] Όπου το ταξική (από το Τάξη), το χρησιμοποιούμε εδώ με την έννοια που του δίνει το κκε (και οι άλλες δημοκρατικές δυνάμεις): Όπως λέμε Τάξη πραγμάτων, Οργάνωση και Τάξη, Τάξη και πειθαρχεία κλπ.

[i][6] Ζητάμε βαθιά συγνώμη από  τους βαρβάρους συντρόφους μας αντι-αποικιοκράτες για την λέξη αυτή, αλλά  θέλουμε να τους διαβεβαιώσουμε ότι χρησιμοποιήσαμε αυτόν τον χαρακτηρισμό μεταφορικά και όχι κυριολεκτικά μια και εμείς α) έχουμε σαν πάγια αρχή μας να μην αναμιγνυόμαστε στον τρόπο μαγειρικής άλλων λαών και β) τονίζουμε, ότι μας είναι γνωστή η ανωτερότητά τους στο θέμα ανθρωπισμού σε σχέση με τους πολιτισμένους λαούς.

[i][7] Όταν οι αποικιοκράτες κατελάμβαναν ξένα εδάφη, πρόσφεραν στους Ιθαγενείς γυάλινες χάνδρες για να τους καλμάρουν

[i][8] Όταν οι στρατηγοί του Xίτλερ στην ΣΕ άρχισαν να δέχονται την μία ήττα μετά την άλλη και το πολεμικό υλικό τους λιγόστευε επικίνδυνα, ζητούσαν απεγνωσμένα από  τον Χίτλερ να τους στείλει τραίνα με πολεμοφόδια. Το αίτημά τους αρνήθηκε ο Xίτλερ να το εκπληρώσει, γιατί χρειαζόταν τα τραίνα για την μεταφορά των εβραίων στα στρατόπεδα εξόντωσης.

[i][9] Ευχαριστούμε όλους όσους μας στείλανε (μετά την πρώτη δημοσίευση του κειμένου) τις πληροφορίες σχετικά με τον αντισημιτισμό της 17Ν, πράγμα που μας οδήγησε στην επανεκτίμηση αυτής της οργάνωσης. Εκεί που νομίσαμε εξαίρεση ανακαλύψαμε τον κανόνα.

[i][10] «Αρχίζω να κατανοώ τον γαλλικό αντισημιτισμό, όταν βλέπω, πώς αυτοί οι εβραίοι πολωνικής καταγωγής με γερμανικά ονόματα διεισδύουν παντού, αρπάζουν τα πάντα και παίρνουν το πάνω χέρι, μέχρι να καταφέρουν να επηρεάσουν καθοριστικά την κοινή γνώμη της πόλης του φωτός, το Παρίσι, για ο οποίο ο απλός παριζιάνος είναι περήφανος…»(Φ. Ένγκελς προς Π. Λαφάρκ, 22 Ιουλίου 1892, ΜΕΕ/γερμ. έκδ., Τ. 38)

«Μου είναι τώρα ξεκάθαρο, ότι αυτός (ο Λασσάλ), όπως αποδεικνύει το σχήμα της κεφαλής του και το φύτρωμα των μαλλιών του, προέρχεται από τους Νέγρους, οι οποίοι προστέθηκαν στο καραβάνι από την Αίγυπτο του Μωησή  (εάν δεν έγινε μάλιστα διασταύρωση από πατρικής πλευράς με την μητέρα του η με τη γιαγιά του με έναν Νέγρο). Αυτή η συνένωση από εβραϊσμό και γερμανισμό με αυτήν την νέγρικη βασική ουσία πρέπει να παράγουν ένα ιδιαίτερο προϊόν. Ακόμη και ή επιμονή αυτού του τύπου είναι νεγροειδής» (Κ. Μαρξ προς Φ. Ένγκελς , 30 Ιουνίου 1862, ΜΕΕ/γερμ. έκδ., Τ. 30, σ. 259)

[i][11] συνιστούμε την μελέτη των κειμένων του Μπακούνιν, πχ. «θεός και κράτος»

[i][12] Και οι δυό ανήκαν στους πρωτεργάτες της δημιουργίας του ΣΕΚΕ και διαγράφηκαν το 1924/25 με την μετονομασία του σε κκε. Ο Γιονά κάηκε στα κρεματόρια του Άουσβιτς το 1943

[i][13] Πάνω από  10.000 (σχεδόν όλοι οι επηζώντες) εγκατέλειψαν την Ελλάδα. Σήμερα ζουν λίγες χιλιάδες στην Ελλάδα

[i][14] Για την περίπτωση κατεδάφισης: Το νεκροταφείο είχε έκταση 357.796 τμ.

[i][15] «Το απόγευμα της 9ης Ιουνίου 1944, της ίδιας δηλ. μέρας, που έγινε η σύλληψις των Ισραηλιτών, μαινόμενος όχλος μπήκε στην εβραϊκή συνοικία, έσπασε πόρτες μαγαζιών και σπιτιών και ελεηλάτησε τα πάντα. Το δε λυπηρό σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι στη διαρπαγή συνέργησαν και όργανα της τάξεως.» (Οι Ισραηλίτες της Κέρκυρας, Κέρκυρα 1978, έκδοση ΔΣ της ισραηλιτικής κοινότητας Κέρκυρας, σελ. 37 )

[i][16] Οι συλλήψεις και η μεταφορές των ελληνοεβραίων έγιναν από  τις  15 Μαρτίου ως τις 2 Αυγούστου του 1943.  Συνολικά μεταφέρθηκαν 49.048 ελληνοεβραίοι από την Ελλάδα στα Κρεματόρια του Άουσβιτς και του Μπεργκεν-Μπελσεν

[i][17] Από «Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ», Γκετζ Άλι, 2005, γερμ. εκδ.

[i][18] Σε μια άλλη περίπτωση, στους βομβαρδισμούς του Βερολίνου, έγραφε σε τηλεγράφημά του ο Τσόρτσιλ προς τον Στάλιν: «Παρακαλούμε να μας πείτε, πότε να σταματήσουμε να βομβαρδίζουμε το Βερολίνο, ώστε να παραμείνουν αρκετά καταλύματα για τις ανάγκες του κόκκινου στρατού»

[i][19] Ομάδα μεταναστών που δημιουργήθηκε μετά την επανένωση των δυο Γερμανιών, για την αντιμετώπιση των ρατσιστικών και αντισημιτικών επιθέσεων του γερμανικού όχλου (από την επανένωση μέχρι σήμερα διαπράχτηκαν στην Γερμανία πάνω από 120.000 ρατσιστικές και αντισημιτικές επιθέσεις από ναζήδες και λαϊκό όχλο με πάνω από 130 νεκρούς)

Η Εργασία στο Σοσιαλισμό – Άντον Πάνεκουκ

* το κείμενο είναι από εδώ

Ο σύντροφος Πάνεκουκ μαζί με το άρθρο του έστειλε και ένα συνοδευτικό γράμμα, από το οποίο παραθέτουμε ένα τμήμα ως εισαγωγή.

“Διάβασα διάφορα άρθρα του περιοδικού Funken με μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά όχι πάντα με χαρά. Πρέπει να δώσω βέβαια δίκιο στη θέση πολλών συνεργατών σας, ότι δηλαδή λείπει η μαρξιστική βάση μιας ορθής σοσιαλιστικής πρακτικής. Καθώς στα νιάτα μου συμμετείχα στο γερμανικό σοσιαλιστικό κίνημα (από το 1900, πρώτα στην Ολλανδία, και αργότερα στην ίδια τη Γερμανία), μου φαίνεται εντονότατη η διαφορά με το σήμερα. Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, καθώς από τότε οι γερμανοί εργάτες είχαν να υποφέρουν πρώτα το ρεφορμισμό και τον παγκόσμιο πόλεμο, έπειτα τα 15 χρόνια κοινοβουλευτισμού, και τέλος το πνευματικό κενό με τον Χίτλερ. Ταυτόχρονα, η παλαιότερη γενιά φενακιζόταν όλο και περισσότερο από τη μπολσεβίκικη διαστρέβλωση του μαρξισμού. Κατά συνέπεια οι τωρινοί γερμανοί σοσιαλιστές που επιθυμούν να δημιουργήσουν νέες βάσεις μέσα από μια ριζική θεωρητική ανάπτυξη έχουν δυο βήματα να κάνουν: πρώτα, έχουν να φτάσουν το επίπεδο της θεωρητικής συνείδησης που είχε το SPD[2] στα 1900· έπειτα, να ξαναπιάσουν και να προχωρήσουν παραπέρα τις κατοπινές αναπτύξεις στη θεωρία και την τακτική που αναδύθηκαν από το 1903 μέχρι το 1914 στις κομματικές συζητήσεις, και μέχρι το 1920 μέσα στον πρακτικό αγώνα (ιμπεριαλισμός, συζήτηση γύρω από τη μαζική απεργία[3], δράση των μαζών). Τότε, καθώς και στη δεκαετία του ’20 αναπτύχθηκαν διάφορες αξιόλογες και γόνιμες νέες ιδέες, που όμως αφορούσαν μόνο μικρές ομάδες· τώρα πια βρίσκονται διασκορπισμένες σε δυσεύρετες εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Και αυτό που σήμερα φέρει την επωνυμία SPD, δεν είναι παρά ένα κοινοβουλευτικό, ολότερα αστικό κόμμα, που επιδίωξή του είναι να ξεπεράσει το χριστιανικό κόμμα σε εθνικιστική πλειοδοσία.”

* * *

Περισσότερο κι από το ζήτημα της οργάνωσης, οι εργάτες ενδιαφέρονται για το χαρακτήρα της εργασίας στο σοσιαλισμό. Τώρα, ο όρος “σοσιαλισμός” χρησιμοποιείται για διάφορα πράγματα. Όταν εμείς μιλούμε για σοσιαλισμό, εννοούμε πάντοτε ένα σύστημα ριζικά διαφορετικό από τον καπιταλισμό. Αυτό δε συμβαίνει στο ρωσικό κρατικό καπιταλισμό, παρά το ότι αυτοαποκαλείται σοσιαλισμός. Το ίδιο ισχύει και για την κρατικοποίηση ορισμένων βιομηχανικών κλάδων από την κυβέρνηση των Εργατικών στην Αγγλία ―καμία σχέση με σοσιαλισμό.

Σε αυτές τις περιπτώσεις οι εργάτες παραμένουν πάντα υποτελείς, και οφείλουν να υπακούουν στις εντολές ενός διορισμένου από τα πάνω διευθυντή. Μια ριζική αλλαγή έρχεται όταν οι εργάτες γίνονται κύριοι του εργοστασίου και του μηχανισμού παραγωγής, αποφασίζοντας οι ίδιοι για την εργασία τους μέσα από συλλογικές αποφάσεις όλου του προσωπικού. Προϋπόθεση για αυτό είναι ότι η εξουσία του κεφαλαίου, εξουσία δια της οποίας το κεφάλαιο κυριαρχεί στην παραγωγή, καταργείται από την επανάσταση της εργατικής τάξης. Έτσι αίρεται η εκμετάλλευση.

Καπιταλιστική εκμετάλλευση δε σημαίνει μόνο ότι το κεφάλαιο σφετερίζεται το προϊόν της εργασίας και το μεταβάλλει σε δική του ιδιοκτησία, αφήνοντας στους εργάτες μόνο το κομμάτι το απαραίτητο για την επιβίωσή τους. Η καπιταλιστική εκμετάλλευση καθορίζει επίσης τον ειδικό χαρακτήρα που παίρνει η εργασία στον καπιταλισμό. Είναι το ξόδεμα της εργατικής δύναμης μέσα στην αδιάφορη, ποσοτική εργασία, και η μετατροπή της σε υπεραξία για το κεφάλαιο. Το ίδιο το προϊόν είναι αδιάφορο, αν μπορεί καν να πουληθεί. Το αν είναι εμπόρευμα της σειράς ή ποιότητας, το αν προκαλεί στον εργάτη χαρά ή αηδία δε παίζει κανένα ρόλο. Δε μπορεί να εκφράσει τη δημιουργικότητά του μέσα από το προϊόν· πρέπει, ξοδεύοντας μέχρι εξαντλήσεως την εργατική του δύναμη, να δώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη υπεραξία στο κεφάλαιο. Ο άνθρωπος υποβαθμίζεται σε μια μηχανή η οποία παράγει κέρδος για το κεφάλαιο.

Η εργασία στο σοσιαλισμό χαρακτηρίζεται από την απάλειψη όλων όσων την κάνουν αφόρητη στον καπιταλισμό. Στη θέση της παραγωγής με σκοπό την άντληση υπεραξίας έρχεται η παραγωγή πραγμάτων αναγκαίων για τη ζωή, παραγωγή που είναι ταυτόχρονα η φυσική δραστηριότητα όλων των ανθρώπινων δυνάμεων, δυνατοτήτων και κλίσεων. Όταν οι εργάτες θα είναι οι κύριοι του εργοστασίου και θα κανονίζουν οι ίδιοι τα της εργασίας τους, θα ξεκινήσουν το δίχως άλλο να απομακρύνουν όλα όσα κάτω από την εξουσία του καπιταλιστή κάνουν την εργασία μια ανούσια, πληκτική ταλαιπωρία. Η αέναη επανάληψη των ίδιων κινήσεων μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί με αυτοματισμούς. Γιατί ο καπιταλισμός δεν προχωρά ήδη σε αυτήν την αντικατάσταση; Επειδή του είναι υπεραρκετό να εξευτελίζει τη φτηνή εργασία μετατρέποντάς τη σε αυτόματο μηχάνημα. Είναι επίσης αυτονόητο ότι οι εργάτες δε θα ταλαιπωρούνται με πεπαλαιωμένα εργαλεία και μη-παραγωγικές μεθόδους, αλλά θα προχωρούν συνεχώς στην εισαγωγή νέων τεχνικών στην παραγωγική διαδικασία. Έτσι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας θα μειωθεί σημαντικά.  Σε αυτό ας προστεθεί ότι όλη η εργατική δύναμη που σήμερα χρησιμοποιείται για την πολεμική παραγωγή αλλά και για τις πολυτέλειες και απολαύσεις της άρχουσας τάξης, θα απελευθερωθεί για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τις κοινωνικές ανάγκες.

Στο γράμμα του που δημοσιεύεται στο τεύχος του Αυγούστου του Funken ο Paul Frölich αναφέρεται σε έναν άλλον παράγοντα υποβάθμισης του εργαζομένου στον καπιταλισμό. Με την ανάπτυξη της τεχνικής και τον όλο και μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας, οι άνθρωποι μετατρέπονται σε “εργαλεία δίχως προσοχή, δίχως συνείδηση, σε νεκρά τμήματα μιας γιγάντιας μηχανής”. “Δεν έχουν γνώση ούτε της λειτουργίας, ούτε του σκοπού του προϊόντος που παράγουνε”. “Ο κάθε άνθρωπος γίνεται όλο και περισσότερο μέρος μιας οργανικής ολότητας. Όπως και το προϊόν του, κατακερματίζεται.” Πράγματι αυτή είναι μια ακόμα συνθήκη που μετατρέπει την εργασία σε τυραννία στον καπιταλισμό. Ο χαρακτήρας αυτής της συνθήκης φωτίζεται καλύτερα όταν την δούμε σε σύγκριση με τη εργασία στις βιοτεχνίες του μεσαίωνα. Εκεί ο τεχνίτης ήταν κάτοχος των εργαλείων του, των μέσων παραγωγής, και μπορούσε να τα χρησιμοποιούσε σύμφωνα με ένα κάποιο πλάνο. Εκτός αυτού, ας σκεφτούμε ότι στον καπιταλισμό ο καταμερισμός της εργασίας γίνεται με σκοπό το μεγαλύτερο κέρδος, και εφαρμόζεται πολύ παραπέρα από το τεχνικά αναγκαίο.

Όμως, o καταμερισμός της εργασίας ως τεχνική-οργανωτική δομή σημαίνει ταυτόχρονα και συνεργασία. Οι μεγάλες μηχανές και τα μεγάλα εργοστάσια δε μπορούν να τεθούν σε λειτουργία παρά από έναν μεγάλο αριθμό εργατών. Όταν εδώ μιλούμε για εργάτες, εννοούμε φυσικά όλους όσοι εργάζονται μαζί, συμπεριλαμβανομένου και του τεχνικού προσωπικού. Αυτό σήμερα επιτελείται υπό την εξουσία του κεφαλαίου. Στο σοσιαλισμό θα επιτελείται σύμφωνα τις αποφάσεις και τη βούληση της κοινότητας των εργαζομένων, του προσωπικού. Αυτοί που θα εκτελούν, αυτοί και θα αποφασίζουν. Ως μέλος της κοινωνίας κάθε άτομο δε θα συμμετέχει μόνο στην επιτέλεση της εργασίας του, αλλά και στο σχεδιασμό, την οργάνωση, την πνευματική καθοδήγηση. Όταν ο καπιταλιστής έχει την εξουσία και τη δυνατότητα εποπτείας του όλου, συμβαίνει αυτό που λέει ο Frölich: οι μεμονωμένοι εργάτες, και αυτοί του τεχνικού προσωπικού, εργάζονται τυφλά, χωρίς να ξέρουν τι παράγουν. Όταν όμως σχεδιάζει, αποφασίζει και πραγματώνει η ίδια η κοινότητα [των εργατών] την οργάνωση της εργασίας, τότε αυτή έχει την εποπτεία, και γνωρίζει τι παράγει. Και κάθε μέλος της κοινότητας, καθώς συμμετέχει στις συζητήσεις, τις αποφάσεις και την εκτέλεση, συμμετέχει και σε αυτή τη γνώση. Ότι κάτι αποτελεί μέρος μιας οργανικής ολότητας δεν είναι κάτι κακό, αλλά κάτι το ευτυχές. Δεν πρόκειται για υποβάθμιση της προσωπικότητας, αλλά για την εξύψωσή της. Ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος δεν είναι ένα εκφυλισμένο, υποβαθμισμένο ον, αλλά η ύψιστη μορφή της ανθρωπότητας. Είναι ο νέος άνθρωπος του μέλλοντος, ο φορέας ενός ανώτερου πολιτισμού.

Είναι προφανές ότι μέσα από την καινούργια οργάνωση της εργασίας επαναστατικοποιούνται τα θεμέλια κάθε αίσθησης, σκέψης και πράξης των ανθρώπων. Από τη συνεχή αλληλεπίδραση στα κοινά καθήκοντα δημιουργείται ένα όλο και ισχυρότερο αίσθημα κοινότητας, που κυριαρχεί όλο και περισσότερο στη φύση των ανθρώπων. Πρόκειται για την ανάπτυξη της αλληλεγγύης, που πρωτύτερα άνθιζε στην ταξική πάλη, και η οποία στους δύσκολους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας για την κατάργηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου, θα μεταβάλλεται σε μόνιμο χαρακτηριστικό των εργατών.

Τέλος, είναι αμφίβολο το αν η εργασία, δηλαδή η ανθρώπινη δραστηριότητα, θα ονομάζεται ακόμα ‘εργασία’ στο σοσιαλισμό. Στον καπιταλισμό υπάρχει μια ριζική διαφορά ανάμεσα σε εργασία και ελεύθερο χρόνο. Τη στιγμή που σταματά το ξεζούμισμα της καταναγκαστικής μισθωτής εργασίας, αρχίζει η ίδια η ελεύθερη ζωή. Όταν όμως μέσω της ανόδου της παραγωγικότητας τα πάντα θα διασφαλίζονται με μικρότερη προσπάθεια, οι δραστηριότητες των ανθρώπων θα προσανατολίζονται προς την παραγωγή έργων που θα κάνουν τη ζωή πλουσιότερη και τη γη ομορφότερη. Εκεί που τέτοιες ιδέες θα απασχολούν συνεχώς τα μυαλά των ανθρώπων, η αντίθεση ανάμεσα σε εργασία και ελεύθερο χρόνο θα αρχίσει να διαλύεται μέσα στη δραστηριότητα της ανοικοδόμησης ενός καινούργιου κόσμου.

____________


[ Οι σημειώσεις είναι της μετάφρασης ]

 

[1] Το γερμανικό κείμενο μπορεί να βρεθεί στην ακόλουθη διεύθυνση http://marxists.org/deutsch/archiv/pannekoek/1954/11/arbeit.htm

[2] SPD. Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας.

[3] Ως Massenstreikdebatte έχει γίνει γνωστή η συζήτηση γύρω από τη δυνατότητα ή μη της μαζικής πολιτικής απεργίας εντός του SPD.

Ο Κομμουνισμός Είναι η Υλική Ανθρώπινη Κοινότητα: Ο Αμαντέο Μπορντίγκα Σήμερα

* το κείμενο το αναδημοσιευουμε από έδώ.

*Σύντομα θα ξεκινήσουμε την βιβλιοθήκη και το αρχείο αυτού του ιστολογίου , καθώς και τους συνδέσμους με διάφορα μπλογκς και σελίδες όπου έχουμε αναδημοσιεύσει κείμενα ή θεωρούμε ότι πρέπει να διαβαστούν.

Πρόλογος των Γερμανών μεταφραστών (ομάδα Wildcat, 1999)
Αγοραίος Μαρξισμός ή Κομμουνισμός

Ας μην ξεγελαστεί κανείς από τον τίτλο του κειμένου του Λόρεν Γκόλντνερ. Ο Λόρεν χρησιμοποιεί τη ζωή και το έργο του Αμαντέο Μπορντίγκα σαν σημείο εκκίνησης. Οι κάποτε μακρόσυρτες περιγραφές για τη ζωή και τις απόψεις του Μπορντίγκα δεν πρέπει να μας παραπλανήσουν: ο Λόρεν ανοίγει πολλούς δρόμους, δια των οποίων μπορούμε να ξαναθέσουμε το ζήτημα της επανάστασης και του κομμουνισμού σήμερα.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1991. Ο Γκόλντνερ επιχειρεί, όπως και ο Riccardo Bellofiore σε ένα κείμενο που εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα (Σχέδιο, Κεφάλαιο, Δημοκρατία, στο Zirkular Αρ.1), να κατανοήσει την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (γιατί δεν οδήγησε η κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” σε ένα επαναστατικό ξεσηκωμό;) και να αντιμετωπίσει την κρίση στην οποία είχε περιέλθει ο μαρξισμός και η επαναστατική θεωρία εν γένει. Ο μεν Riccardo Bellofiore αποδείχνει με πειστικό τρόπο πως οι θεωρήσεις της σχεδιασμένης οικονομίας της Β’ Διεθνούς δεν είχαν τίποτα το κοινό με την μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας, ο δε Λόρεν Γκόλντερ υψώνει σε κεντρικό θέμα της ανάλυσής του τη θέση του Μπορντίγκα ότι ο καπιταλισμός είναι ταυτόσημος με την αγροτική επανάσταση, δηλ. την καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας.

Οι δυο παραπάνω αναλύσεις, του Γκόλντνερ και του Bellofiore, παρόλο που αναπτύσσονται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα, έχουν πολλά κοινά: μια επιφανειακή κριτική στη “γραφειοκρατικοποίηση” ή τη “σταλινική αντεπανάσταση” δεν επαρκεί, η κριτική πρέπει να επιτεθεί στα θεμέλια του αγοραίου μαρξισμού της Β’ Διεθνούς: Αυτή η προσκολλημένη στο κράτος “μαρξιστική ιδεολογία” διάφορων Πρώσων υπαλλήλων μετατράπηκε σε ιδεολογία της καθυστερημένης αστικής επανάστασης, ήτοι της επιβολής του καπιταλισμού στις αγροτικές χώρες.

Ο Λόρεν καταφέρνει να δείξει ταυτόχρονα, γιατί η ρωσική επανάσταση του 1917-1921 έγινε σημείο αναφοράς για γενιές επαναστατών, καθώς και γιατί από το τέλος της δεκαετίας του 1970 είναι σαν να “έληξε η θητεία της”: μετά την άνοδο των νέων βιομηχανικών χωρών στην Ασία, η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να λειτουργήσει πια ως βάση για την ιδεολογία μιας καθυστερημένης ανάπτυξης. Τα κομμουνιστικά κόμματα στις μητροπόλεις γίνονται συντρίμμια ακριβώς όταν ο αγροτικός πληθυσμός μειώνεται στο 5% του συνολικού πληθυσμού.

Ο Λόρεν δείχνει πως ο κομμουνισμός δεν είναι ζήτημα κομμάτων, χωρών ή στρατηγικών· ο κομμουνισμός είναι μια κοινωνική διαδικασία, είναι η κοινωνική μας σχέση με την ίδια μας την υλική αναπαραγωγή.

Έτσι, το ερώτημα περί κομμουνισμού σήμερα τίθεται εκ νέου.

*
Πρόλογος στη σουηδική έκδοση (2002)

Στην πραγματικότητα ο πυρήνας του κειμένου που ακολουθεί είχε γραφτεί το 1988, πριν από την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ· όταν πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά το 1991, έγιναν μερικές τροποποιήσεις για να γίνει μια μικρή αναφορά στα “γεγονότα” του 1989-1991. Κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας, μεταφράστηκε σε εφτά άλλες γλώσσες. Το γεγονός ότι γράφτηκε πριν την κατάρρευση (μια κατάρρευση της οποίας τον επικείμενο ερχομό εγώ, όπως πολλοί άλλοι, δεν είχα προβλέψει), και ότι συνεχίζει να εγείρει διεθνές ενδιαφέρον μια δεκαετία μετά, αποτελεί μια ένδειξη ότι, παρόλα τα ψεγάδια του, πέτυχε να βρει μια ανταπόκριση και να συντονιστεί με κάποια βαθύτερα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου.

Πράγματι, από το 1988 το ενδιαφέρον για το έργο του Αμαντέο Μπορντίγκα αυξάνεται[1], και φαίνεται να ξεπερνά την έλξη (ας ελπίσουμε με πιο θετικά αποτελέσματα) που ασκούσε ο Αντόνιο Γκράμσι κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Ο Γκράμσι, κι αυτό δεν είναι τυχαίο, ήταν ο άνθρωπος που απέστειλε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’20 η Μόσχα για να ξεριζώσει την επιρροή που ασκούσε ο Μπορντίγκα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας[2]. Φυσικά, η μεγάλη πλειοψηφία των οπαδών του Γκράμσι δεν είχαν ιδέα για τον πραγματικό πολιτικό του ρόλο, αλλά από την άλλη δε μπορούμε να πούμε ότι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την αληθινή πολιτική ακόμα και της εποχής τους. Οι μεταπολεμικοί γκραμσιανοί, ιδίως στον αγγλόφωνο κόσμο (σκέφτομαι πρόσωπα όπως ο Karl Boggs, ο θαυμαστής του ευρωκομμουνισμού της δεκαετίας του ’70), καβάλησαν το κύμα της “κουλτούρας”, το οποίο συμπεριελάμβανε τη σχολή της Φρανκφούρτης και το γαλλικό μεταστρουκτουραλισμό, ρεύματα τα οποία στα μάτια τους (όπως και στο ευρύτερο κοινωνικό στρώμα από το οποίο προήλθαν, τη ριζοσπαστικοποιημένη μεσαία τάξη) θα μπορούσαν να αποτελέσουν άξιους διαδόχους του “αγοραίου μαρξισμού”. (Αν είχε υποπέσει ο Μπορντίγκα στην αντίληψή τους, το δίχως άλλο θα τον κατηγοριοποιούσαν στον “αγοραίο μαρξισμό”.) Οι γκραμσιανοί, όπως και τα άλλα ρεύματα στο “πολιτισμικό” στρατόπεδο, προτιμούσαν να συζητούν για την πολιτισμική ηγεμονία αντί για ζητήματα “αγοραίου μαρξισμού” όπως η κριτική της πολιτικής οικονομίας, για να μην αναφέρουμε την “τέχνη της εξέγερσης”. Η εξασθένηση της επιρροής τους τραβά έναν εν πολλοίς παράλληλο δρόμο με τη διάλυση των ψευδαισθήσεων για την ιδεολογία της κουλτούρας. Ο καπιταλισμός βγήκε σημαντικά κερδισμένος από τον “πολιτισμικό ριζοσπαστισμό” της δεκαετίας του ’60, ο οποίος κατέληξε να αποτελεί συστατικό στοιχείο της “διευθυντικής σοφίας” της δεκαετίας του ’90.[3]

Προφανώς η επιρροή του Γκράμσι εξασθένησε παράλληλα με την εξασθένηση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος τη δεκαετία του ’70, με τη στρατηγική του τού ιστορικού συμβιβασμού.

Η πλημμύρα της ιδεολογίας που ακολούθησε την περίοδο 1989-1991 είναι υπερβολικά ευρεία για να εξεταστεί εδώ. Όμως το πανηγύρι των καπιταλιστών έστελνε το μήνυμα πως “η αποτυχία του μαρξισμού” στη Ρωσία σήμαινε ότι ο καπιταλισμός είχε νικήσει κάθε αντίπαλο. Αυτό το κλίμα ώθησε τους επαναστάτες ανά τον κόσμο να στραφούν πίσω στην περίοδο πριν το 1917, κατά την οποία τα διάφορα ρεύματα, από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ μέχρι τους Γερμανο-Ολλανδούς συμβουλιακούς κομμουνιστές[4], τους Ισπανούς αναρχικούς και τους επαναστάτες συνδικαλιστές σε Αγγλία, Γαλλία, Σκωτία και ΗΠΑ (IWW) δεν αισθάνονταν την ανάγκη να αναφέρονται στη Σοβιετική Ένωση ούτως ώστε να προβάλουν τον εαυτό τους (σωστά ή λαθεμένα) ως το φορέα μιας κοινωνίας πέραν του καπιταλισμού. Σε αυτή τη νέα ιστορική οπτική επανεμφανίζεται και ο Μπορντίγκα ως ένας από τους ευφυέστερους, αλλά λησμονημένους μαρξιστές του 20ου αιώνα.

Οι καπιταλιστές και οι ακόλουθοί τους της “μετριοπαθούς αριστεράς”, για τους οποίους ο “σύντομος 20ος αιώνας (1917-1991)” αποτέλεσε μια αχρείαστη παρεκτροπή, (πείθοντας “τους πάντες” ότι το παιδικό όνειρο της επανάστασης οδηγεί νομοτελειακά στο Γκούλαγκ) δεν έπαιρναν υπόψη τους μια μικρή αλήθεια: η ύπαρξη της ΕΣΣΔ, και αργότερα του μπλοκ που προέκυψε από αυτήν, αποτελούσε μια σταθεροποίηση της καπιταλιστικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, αν όχι πρωτύτερα. Η ΕΣΣΔ “σκέπαζε” με την ύπαρξή της την ιστορική μνήμη όλων των αντικαπιταλιστικών ρευμάτων που αναφέραμε πιο πάνω (όποια κι αν ήταν τα προβλήματά τους, οι μεταξύ τους διαφωνίες, και η ανεπάρκειά τους για μια προοπτική σήμερα). Με το που κατέρρευσε, τα παραπάνω ρεύματα έκαναν ξανά την εμφάνισή τους, με τη μια ή την άλλη μορφή. Γνωρίζουμε σήμερα πως στην ιστορία του κομμουνισμού, η ρωσική επανάσταση θα έχει τη θέση που έχουν οι ιταλικές πόλεις του 11ου αι. στην ιστορία του καπιταλισμού: θα αποτελεί έναν πρόδρομο, γεμάτο από διδάγματα για το μέλλον, αλλά και σκουπίδια του παρελθόντος. (Είναι βέβαια σωστό, και δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ότι η κατάρρευση των τελευταίων υπολειμμάτων της ψυχροπολεμικής πόλωσης αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την επιστροφή του αχαλίνωτου καπιταλισμού της “ελεύθερης αγοράς”, του φασισμού, και του θρησκευτικού φονταμεταλισμού όλων των ειδών.)

Πιστεύω, ακόμη περισσότερο από όταν έγραφα το κείμενο που ακολουθεί, πως είναι σημαντικό να προσδιορίσουμε τη θέση που έχει ο Μπορντίγκα στον αστερισμό των επαναστατικών μαρξιστικών ρευμάτων που υπήρχαν πριν την ήττα της ρωσικής επανάστασης. Πρέπει να τον θεωρήσουμε μια προσωπικότητα πρώτου μεγέθους, δίπλα στους Μαρξ, Λούξεμπουργκ, Πάνεκουκ, Γκόρτερ, αλλά και Λένιν[5] και Τρότσκυ (και δευτερευόντως, στις πιο αυστηρά θεωρητικές προσωπικότητες των Κορς, Λούκατς και Μπλοχ), όχι με σκοπό να καθορίσουμε μηχανικά “ποιος έχει δίκιο”, αλλά για να δούμε όλους τους παραπάνω μέσα σε ένα σύνολο από αντιπαραθέσεις που είναι πολύ περίπλοκες για να αναπτύξουμε σε αυτόν τον πρόλογο[6], και οι οποίες διαστρεβλώθηκαν και θάφτηκαν κάτω από τα 80 χρόνια αντεπανάστασης που ακολούθησαν το 1921. Συνεχίζω να πιστεύω ότι το κάλεσμα της γαλλικής νεομπορντιγκιστικής Αριστεράς πριν 30 χρόνια[7], να ξανασκεφτούμε τα προτερήματα και τις αδυναμίες της ιταλικής και της ολλανδο-γερμανικής Αριστεράς ως των αληθινών επαναστατικών ρευμάτων της περιόδου αμέσως μετά τον Α’ ΠΠ., παραμένει επίκαιρο. Είναι αξιοπερίεργο, και αποκαλυπτικό, ότι από όλα τα πρόσωπα που αναφέραμε πιο πάνω, ο Μπορντίγκα (εξαιρώντας ίσως τον Γκόρτερ) παραμένει ο λιγότερο γνωστός. Πιστεύω ότι η αιτία γι’ αυτό βρίσκεται στην καταγωγή του: η Ιταλία ποτέ δεν έγινε υπερδύναμη. Στην Ιταλία πρωτοθριάμβευσε ο φασισμός (1922), εξωθώντας την επαναστατική Αριστερά στην παρανομία και την εξορία, στην Ιταλία, τέλος, έδρασε το μεγαλύτερο ΚΚ της Δύσης μετά τον Β’ΠΠ, το οποίο κατ’ ουσίαν εξαφάνισε τον Μπορντίγκα από την ιστορία, κρύβοντάς τον προπάντων πίσω από έναν σχεδόν αγιοποιημένο Γκράμσι.

Για μιαν ακόμη φορά, το ζήτημα δεν είναι να ξεθάψουμε το χαμένο νήμα μιας κάποιας αδιάρρηκτης “ορθότητας”. Το ζήτημα μάλλον είναι να κατανοήσουμε το ριζοσπαστικό ξεσηκωμό του 1917-1921 στο πλαίσιο που του αρμόζει, μέσα στην παγκόσμια ιστορία του καπιταλισμού, και να δούμε τα προτερήματα και τις αδυναμίες όλων των τοτινών ρευμάτων, στον απόηχο της ήττας. Κάθε σημαντική πρόοδος του πραγματικού κινήματος (1848, 1871, 1905, 1917-1921, η επιστροφή της επανάστασης το 1968) μας επιτρέπει να “δούμε” πραγματικά το παρελθόν με τρόπους που ήταν αδύνατο να γίνει κατά τις ενδιάμεσες περιόδους, ή και τότε που ήταν παρόν. (Ο CLR Τζέης, στο Facing Reality (1958), διαπίστωνε πως τα εργατικά συμβούλια στην Ουγγαρία το 1956 μας δίνουν “νέα μάτια”, με τα οποία μπορούμε να δούμε την επαναστατική ιστορία μέχρι και την αγγλική επανάσταση του 1649).

Τέλος, πρέπει να γίνει μια αναφορά στα κείμενα που έγραψε ο Μπορντίγκα κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960[8], τα οποία εκτός από λίγες εξαιρέσεις δεν είχα υπόψη μου όταν έγραφα το παρακάτω κείμενο. Ο Μπορντίγκα ήταν πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα. Η επαγγελματική του εμπειρία τον έκανε ιδιαίτερα οξυδερκή σε μια σειρά από ζητήματα: στη λειτουργία του ενοικίου γης, τον πολεοδομικό σχεδιασμό, το περιβάλλον, στις υποτιθέμενα “φυσικές” καταστροφές όπως οι πλημμύρες, οι οποίες είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων από ότι νομιζόταν τότε. Ο Μπορντίγκα πήρε στα σοβαρά, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο μαρξιστή του 20ου αι., την αλλοτρίωση ανάμεσα σε πόλη και ύπαιθρο, θεωρώντας την ως έναν ακόμη καπιταλιστικό ανταγωνισμό που πρέπει να ξεπεραστεί. Ο Μπορντίγκα ανέκαθεν επέμενε ότι ο καπιταλισμός γεννήθηκε, από τον 15ο ως τον 18ο αιώνα, από μια μαζική απαλλοτρίωση τόσο εργαλείων (τεχνίτες, αγρότες) όσο και γης (αγρότες), και ότι ο κομμουνισμός σημαίνει την “επανοικειοποίηση”, με έναν ολότελα μεταμορφωμένο τρόπο, όλων όσα είχαν προηγουμένως απαλλοτριωθεί. Η εστίασή του σε πολλές περιπτώσεις στο αγροτικό ζήτημα (όπως στην ανάλυση του σοβιετικού καπιταλισμού) είναι άμεση απόρροια αυτής του της διαπίστωσης. Ο Μπορντίγκα μισούσε την ιδέα της “πρωτοτυπίας”. Υποστήριζε την “αμεταβλητότητα” της κομμουνιστικής θεωρίας, όπως αυτή καθορίστηκε από τον Μαρξ το 1847. Όμως, τουλάχιστον ως προς το ότι ξέθαψε αυτή την αμεταβλητότητα, συνδέοντάς τη με τη γεωργία και τη γη, ο Μπορντίγκα πρωτοτύπησε. Αυτό είναι που τον κάνει (όπως υποστηρίζω και στο κείμενο που ακολουθεί) “παράξενα σύγχρονο”.

* * *
Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
ΕΙΝΑΙ Η ΥΛΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ:
Ο ΑΜΑΝΤΕΟ ΜΠΟΡΝΤΙΓΚΑ ΣΗΜΕΡΑ

Οι επαναστάτες μαρξιστές εδώ και πολλές δεκαετίες έχουν φτάσει να θεωρούν την κοινωνική πραγματικότητα στη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και τις άλλες επονομαζόμενες “σοσιαλιστικές” κοινωνίες ως την άρνηση του μαρξικού προτάγματος για την εργατική και ανθρώπινη χειραφέτηση. Πολλοί θεωρητικοί, ξεκινώντας από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ με το έργο της “Ρωσική Επανάσταση” του 1918 και περνώντας στους Μάτικ, Κορς, Μπορντίγκα, Τρότσκυ, Σάχτμαν ή CLR Τζέημς (για να αναφέρουμε μόνο λίγους) αφιέρωσαν μεγάλες ποσότητες ενέργειας για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα ως προς το διάσημο “ρωσικό ζήτημα”: το ακριβές νόημα που έχει για τους μαρξιστές η ήττα της ρωσικής επανάστασης και η διεθνής επιτυχία του σταλινισμού. Η ποικιλία των απόψεων που αναπτύχθηκαν σε αυτό το διάλογο φαίνεται πρώτα από όλα να επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό του Ουίνστον Τσώρτσιλ, ενός ανθρώπου που βρισκόταν πολύ μακριά από τον μαρξισμό και την Αριστερά, σύμφωνα με τον οποίο το σοβιετικό σύστημα ήταν “ένας γρίφος τυλιγμένος μέσα σε ένα μυστήριο, εντός ενός αινίγματος”. Οι σύγχρονοι κληρονόμοι των θεωριών του “εκφυλισμένου εργατικού κράτους”, του “κρατικού σοσιαλισμού”, του “γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού”, του “κρατικού καπιταλισμού” ή της “μεταβατικής κοινωνίας” έχουν όλοι τους τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις τους –αρκετές από αυτές αυτοπαρηγορητικές– για την μετά το 1989 ανάστροφη πορεία του Ανατολικού Μπλοκ. Με εκείνον το συγκρατημένο οπτιμισμό που χαρακτηρίζει τη μαρξική παράδοση, πολλά από αυτά τα ρεύματα έτειναν να υποθέτουν (όπως και ο συγγραφέας αυτού του άρθρου) πως ο άμεσος μεγάλος ανταγωνιστής της ετοιμοθάνατης σταλινικής γραφειοκρατίας θα ήταν η επαναστατική εργατική τάξη, η οποία επιτέλους θα αγωνιζόταν για τον πραγματικό σοσιαλισμό. Σχεδόν κανείς δεν είχε προβλέψει –και φυσικά όχι οι τροτσκιστές, για τους οποίους το Ανατολικό Μπλοκ υποτίθεται ότι στηριζόταν σε κοινωνικά ανώτερες βάσεις από ότι η Δύση– πως κύριος ανταγωνιστής για την μετασταλινική διαδοχή δε θα ήταν ο επαναστατικός μαρξισμός αλλά ένας τυφλά φιλοδυτικός νεοφιλελευθερισμός, εμπνευσμένος από τους φον Χάγιεκ και Μίλτον Φρήντμαν, καθώς και διάφορα αναζωπυρούμενα αυταρχικά δεξιά ρεύματα που μοιάζουν λες κι έχουν ξεπηδήσει από την εποχή του μεσοπολέμου (με τους πρώην σταλινικούς να συμμετέχουν και στις δυο τάσεις). Ακόμη λιγότεροι προέβλεψαν πως ο θάνατος των κοινωνικών βάσεων του σταλινισμού θα επέφερε μια θεμελιώδη κρίση στον ίδιο τον μαρξισμό. Καθώς η κρίση στο Ανατολικό Μπλοκ φέρνει στο προσκήνιο όχι τα σοβιέτ και τα εργατικά συμβούλια, αλλά λαϊκισμό, το δόγμα του αίματος και του εδάφους, δολοφονικούς εθνικισμούς, τοπικισμούς, θρησκευτικό φονταμεταλισμό και αντισημιτισμό (αυταρχικά ρεύματα που προηγούνται κατά πολύ κάθε αριστερής αντιπολίτευσης στο καναλιζάρισμα των συναισθημάτων ενάντια στο IMF και την αγορά), γίνεται πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι τα εννοιολογικά πλαίσια που είχαν στη διάθεσή τους οι επαναστάτες μαρξιστές, σε Ανατολή και Δύση, για την κατανόηση της παγκόσμιας ιστορίας από το 1917 και δώθε πρέπει να υποβληθούν σε μια ριζική επανεξέταση.

Το παρόν άρθρο γράφτηκε σαν μια μικρή συνεισφορά σε μια τέτοια επανεξέταση. Θα παρουσιάσουμε τις εν πολλοίς άγνωστες θέσεις του Ιταλού μαρξιστή Αμαντέο Μπορντίγκα (ο οποίος όταν αναφέρεται, αναφέρεται ως ένας από τους “υπεραριστερούς” που αποκηρύσσονται από τον Λένιν στο “Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού“) σχετικά με τη φύση της ΕΣΣΔ. Σε ένα πιο γενικό επίπεδο, θα αναπτύξουμε τη θέση ότι το αγροτικό ζήτημα, που ήταν για τον Μπορντίγκα κεφαλαιώδους σημασίας για το χαρακτηρισμό του καπιταλισμού, αποτελεί το αληθινό (για το οποίο όμως δε γίνεται πολύς λόγος) κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας τόσο της σοσιαλδημοκρατίας όσο και του σταλινισμού, καθώς και των στρεβλώσεων του μαρξισμού που επικρατούσαν κατά τον 20ο αιώνα. Αναπτύσσουμε ακόμη τη θέση ότι η ίδια η ευρωπαϊκή (και πρωτίστως η γερμανική) σοσιαλδημοκρατία, ακόμη κι όταν μιλούσε σε μια υποτιθέμενα μαρξιστική γλώσσα, ήταν μια κρατιστική στρέβλωση του μαρξικού προτάγματος, και μάλλον μια σχολή για ένα ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, για το τότε ανερχόμενο κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας. Υποστηρίζουμε ότι αυτό που εξαλείφεται σήμερα είναι η μακρόχρονη κρατιστική παρέκκλιση του προτάγματος της χειραφέτησης της εργατικής τάξης, παρέκκλιση που είχε περισσότερο να κάνει με την υποκατάσταση μιας αστικής επανάστασης για τον εκβιομηχανισμό των καθυστερημένων χωρών, παρά με τον σοσιαλισμό ή κομμουνισμό. Καταλήγουμε τέλος, στο ότι η διατήρηση μιας παραδοσιακής, ρόδινης εικόνας για την γερμανική σοσιαλδημοκρατία πριν να θριαμβεύσει στους κόλπους της ο “ρεβιζιονισμός”, οδηγεί κατ’ ανάγκη σε μια εντελώς αδιέξοδη κατάσταση, και στην απουσία οράματος για την σύγχρονη περίοδο. Η ιστορία, πάντα μπροστά από τη θεωρία, καθαρίζει τα συντρίμμια της κρατιστικής κληρονομιάς της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού. Σήμερα το ερώτημα του πώς το μαρξικό πρόταγμα μπλέχτηκε, από το 1860 και δώθε, με το κρατιστικό πρόταγμα της πεφωτισμένης απολυταρχίας και της παραλλαγής της τής Aufklärung [Διαφωτισμός] είναι πιο πιεστικό από ποτέ. Φυσικά, ακόμα πιο πιεστικό είναι το πώς θα ξεμπλέξει από αυτή την κατάσταση.

Οι απόπειρες εστίασης στο αγροτικό ζήτημα αναφορικά με τη σοβιετική εμπειρία δεν είναι καθαυτές κάτι το καινούργιο. Μέσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα φιγούρες όπως ο Μπάριγκτον Μουρ ανάπτυξαν τέτοιες θέσεις εδώ και αρκετό καιρό[9]. Όμως όταν εμφανίστηκε το βιβλίο του Μουρ τη δεκαετία του 1960, επειδή η προσοχή ήταν στραμμένη στη βιομηχανική ανάπτυξη ως την ουσία του καπιταλισμού, καθώς και επειδή φαινόταν σαν μια αδύναμη ηχώ της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης του Τρότσκυ σε συνδυασμό με την ανισομερή ανάπτυξη, η δουλειά του δεν είχε κάποιον ιδιαίτερο αντίκτυπο στο μαρξιστικό διάλογο. Ακόμα πιο μακριά από τον μαρξισμό, ο Άνταμ Ούλαμ είχε γράψει στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου πως το πραγματικό περιεχόμενο του μαρξιστικού κινήματος ήταν το αγροτικό ζήτημα[10]· στόχος του ήταν να δυσφημίσει τον “μαρξισμό” (τον οποίον εταύτιζε με τη σοβιετική ιδεολογία) δείχνοντας πως αποτελούσε προϊόν της υπανάπτυξης, και όχι του καπιταλισμού. Ο δε Gerschenkron, αν και με μεγαλύτερο ιστορικό βάθος από τον Ούλαμ, έμοιαζε με μια σκιά του Τρότσκυ[11].

Αναμφίβολα το πιο σημαντικό βιβλίο του 20ου αιώνα, που επηρέασε εντός του αντισταλινικού επαναστατικού χώρου τις μαρξιστικές απόψεις ως προς το αγροτικό ζήτημα, ήταν το “Νέα Οικονομική” του Πρεομπραζένσκι, το οποίο, παρά τα όποια του μειονεκτήματα αποτελεί ένα εκ των ουκ άνευ έργο για την κατανόηση της μοίρας της διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης[12]. Η έννοια της “σοσιαλιστικής συσσώρευσης” από την αγροτιά του Πρεομπραζένσκι χρωστά τα μέγιστα στη “Συσσώρευση του Κεφαλαίου” της Ρόζας Λούξεμπουργκ· ο Πρεομπραζένσκι υποστηρίζει ότι το “εργατικό κράτος” μπορεί να πραγματώσει με συνείδηση και ανθρωπιά αυτό που, ιστορικά, είχε πραγματώσει και το καπιταλιστικό κράτος στα τυφλά και με αίμα –τον μετασχηματισμό των μικροκαλλιεργητών σε εργοστασιακούς εργάτες. (Τελικά ήταν ο Στάλιν εκείνος που πραγματοποίησε τούτο τον μετασχηματισμό, με συνείδηση και αίμα).

Οι ιδέες της εντυπωσιακής προσωπικότητας του Αμαντέο Μπορντίγκα κινήθηκαν, αναφορικά με το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής Αριστεράς, στο περιθώριο αυτής της συζήτησης. Πρώτος Γενικός Γραμματέας του PCI [Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας], και μαζί με τον Γκράμσι ο σημαντικότερος ιδρυτής του, ο Μπορντίγκα ήταν ο τελευταίος δυτικός επαναστάτης που αποκάλεσε τον Στάλιν μες στα μούτρα του (το 1926) νεκροθάφτη της επανάστασης και έζησε για να το διηγηθεί. Απομακρύνθηκε τον ίδιο χρόνο από το PCI, παίρνοντας μαζί του μερικές χιλιάδες “μπορντιγκιστές”. Το 1928 η “Ιταλική Κομμουνιστική Αριστερά” (όπως αυτοαποκαλείτο) ψήφισε τον Τρότσκυ ως τον “ηγέτη της διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης”. Παράλληλα ξεκίνησε μια ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Μπορντίγκα και τον Τρότσκυ, η οποία έληξε σε πλήρη ασυμφωνία γύρω στα 1931-32. Παραταύτα ο Μπορντίγκα είναι ένας από τους πιο πρωτότυπους, ευφυείς, αλλά και λησμονημένους μαρξιστές του 20ου αιώνα. (Η κληρονομιά του δεν καλλωπίστηκε όπως του Γκράμσι από το μεταπολεμικό PCI). Παρέμεινε στην Ιταλία καθόλη τη διάρκεια του πολέμου (μετά την απομάκρυνση και κατασυκοφάντησή του από την Κομιντέρν, αφέθηκε από τον Μουσολίνι στην ησυχία του και ιδιώτευσε ως πολιτικός μηχανικός). Όμως, υπό μια έννοια, αναφορικά με το θέμα μας η δουλειά του Μπορντίγκα γίνεται αληθινά ενδιαφέρουσα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1970 παρέμεινε πρακτικά άγνωστος. Έγραψε άρθρα και για την αναταραχή του 1968. Αποστολή του μετά τον πόλεμο, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν να διασώσει τα “θεωρητικά διδάγματα” του παγκόσμιου επαναστατικού κύματος του 1917-1921. Ένιωθε, όπως σχεδόν όλοι οι αντισταλινικοί επαναστάτες το 1945, πως μια τέτοια διάσωση απαιτούσε το ξεκαθάρισμα του “ρωσικού αινίγματος”. Ο Μπορντίγκα έγραψε τρία βιβλία για τη ρωσική επανάσταση και τη σοβιετική οικονομία (δεν έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, μόνο στα γαλλικά)[13]. Έγραψε ακόμη μια τρίτομη ιστορία της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς (όρος που υποδηλώνει τη φράξια του· η ιστορία δυστυχώς τελειώνει το 1921) και πολλές μικρές μπροσούρες και μελέτες.[14] Μεγάλο κομμάτι του έργου του είναι στομφώδες και μη αναγνώσιμο, όμως αξίζει τον κόπο. Το αξιοπρόσεκτο και παράξενα σύγχρονο στο έργο του Μπορντίγκα, είναι, πολύ απλά, η θεωρία του σύμφωνα με την οποία καπιταλισμός ίσον αγροτική επανάσταση. Κατά πάσα πιθανότητα ανέπτυξε αυτή την άποψη πριν το 1914· κάποια από τα πρώτα του άρθρα αφορούν τις θέσεις των Ιταλών και Γάλλων σοσιαλιστών για το αγροτικό ζήτημα[15]. Δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση η παρακολούθηση της πορείας του Μπορντίγκα· πίστευε στην “επαναστατική ανωνυμία”, απεχθανόταν την προσωπολατρία, και έτσι συχνά άφηνε ανυπόγραφα τα γραπτά του, των βιβλίων του συμπεριλαμβανομένων. Μια μπορντιγκιστική αποτίμηση της ρωσικής επανάστασης δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Στα περιθώρια των 50 χρόνων από τον Οκτώβρη του 1917” το 1967[16]. Πρόκειται για μια αποτίμηση έξω από το σύμπαν των συμβατικών σταλινικών-τροτσκιστικών (κρατικο-καπιταλιστικών) πολεμικών στις ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. (Για παράδειγμα ο Μπορντίγκα δε χρησιμοποιεί ποτέ τον όρο “κρατικός καπιταλισμός”, και μόνο σπάνια τον όρο “Σοβιετική Ένωση”, θέλοντας να δηλώσει ότι τα σοβιέτ έχουν καταστραφεί εδώ και καιρό). Για αυτόν, είχαμε να κάνουμε απλά με ρωσικό καπιταλισμό, δίχως σημαντικές διαφορές από οποιονδήποτε άλλο. Ο Μπορντίγκα είχε την αναζωογονητική επιθυμία να θέλει να “απο-ρωσικοποιήσει” τα ενδιαφέροντα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Έλεγε ότι το εργατικό κίνημα είχε κλονιστεί και στο παρελθόν από αντεπαναστάσεις (πχ. μετά το 1848 με τον Λουί Ναπολέοντα), και ότι δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο ως προς τη Ρωσία. Από την άλλη, η εικοσιπεντάχρονη ενασχόλησή του με τη ρωσική οικονομία τρόπον τινά αποτελεί την έμπρακτη διάψευση αυτής του της θέσης. (Παρουσιάζει ακόμη ενδιαφέρον η πρόβλεψη του ότι μετά το 1945 θα ακολουθήσει μια μακρά περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης και εργατικού ρεφορμισμού, μέχρι την επόμενη παγκόσμια κρίση, την οποία οριοθετούσε στο 1975[17]). Η ανάλυση του Μπορντίγκα για τη Ρωσία (όπως αναπτύχθηκε μετά το 1945) έχει ως εξής. Ενώ η φράξια του υποστήριξε πλήρως τον Τρότσκυ στη φραξιονιστική διαμάχη της δεκαετίας του ’20, εν πολλοίς για λόγους που σχετίζονταν με την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ/Κομιντέρν, η μπορντιγκιστική ανάλυση κράτησε τις αποστάσεις της από τη στρατηγική του υπερ-εκβιομηχανισμού της Αριστερής Αντιπολίτευσης, συντασσόμενη εντέλει με τη γραμμή Μπουχάριν. Ο Μπορντίγκα είχε καταλήξει μετά το 1945 πως μόνο η στρατηγική του Μπουχάριν είχε ελπίδα να διατηρήσει το διεθνή επαναστατικό χαρακτήρα του καθεστώτος, (τον οποίον ο Μπορντίγκα θεωρούσε σημαντικότερο από τον εκβιομηχανισμό της Ρωσίας) επειδή μια τέτοια στρατηγική δε θα οδηγούσε στην καταστροφή του μπολσεβίκικου κόμματος. Ο Μπουχάριν κατά τις φραξιονιστικές διαμάχες του 1924-28 είχε υποστηρίξει πως μόνο η πιο τεράστια κρατική γραφειοκρατία που είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε θα είχε τη δύναμη να εφαρμόσει τον αριστερίστικο “υπερ-εκβιομηχανισμό” του Τρότσκυ[18]. Ο Στάλιν κλέβοντας το πρόγραμμα της Αριστεράς και κάνοντάς το πράξη, επιβεβαίωσε πλήρως τον Μπουχάριν, όπως αναγνώρισε έμμεσα και ο Τρότσκυ μετά τη συνθηκολόγηση του μεγαλύτερου κομματιού της φράξιας του στη Ρωσία με τον Στάλιν[19]. Ο Μπορντίγκα, ίσως περισσότερο κι από τον Τρότσκυ, πήρε στα σοβαρά την ιδέα του διεθνούς χαρακτήρα της επανάστασης και του σοβιετικού καθεστώτος· η ιδέα του “σοσιαλισμού σε μια χώρα” ήταν γι’ αυτόν ένα γκροτέσκο έκτρωμα και μια διαστρέβλωση όλων όσα συμβόλιζε ο μαρξισμός –και φυσικά είχε δίκιο. Στην τελική του αντιπαράθεση με τον Στάλιν το 1926 στη Μόσχα, ο Μπορντίγκα κατέθεσε την πρόταση η Σοβιετική Ένωση να διακυβερνηθεί από κοινού από όλα τα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου, ως έκφραση της υπερ-εθνικής πραγματικότητας του εργατικού κινήματος[20]. Δε χρειάζεται να το αναφέρουμε καν, αυτή η πρόταση αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τον Στάλιν και τους φίλους του.

Και αυτό ήταν μονάχα η αρχή. Τα κείμενα του Μπορντίγκα για την καπιταλιστική φύση της σοβιετικής οικονομίας, σε αντίθεση με εκείνα που προέρχονταν από τους τροτσκιστές, εστίαζαν σε μεγάλο βαθμό στον αγροτικό τομέα. Ο Μπορντίγκα επιδίωκε να δείξει ότι οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις υπήρχαν στο κολχόζ και στο σοβχόζ, το πρώτο όντας μια συνεργατικά διαχειριζόμενη φάρμα και το δεύτερο μια κρατική φάρμα που λειτουργούσε με τυπική μισθωτή εργασία[21]. Γράφοντας το 1950, έδινε έμφαση στο ότι η αγροτική παραγωγή εξαρτόταν σε μεγάλο βαθμό από τα μικρού μεγέθους ιδιωτικά αγροτεμάχια, και προέβλεψε με ακρίβεια το ρυθμό με τον οποίο η Σοβιετική Ένωση θα άρχιζε να εισάγει σιτάρι, παρότι ήταν ένας μεγάλος εξαγωγέας στο διάστημα από το 1880 μέχρι το 1914.

Οι λόγοι που οδήγησαν τον Μπορντίγκα να μειώσει τη σημασία του βιομηχανικού τομέα και να δώσει έμφαση στη γεωργία, όπως έχω ήδη πει, έχουν να κάνουν με θεωρητικά και στρατηγικά ζητήματα που είναι παλιότερα από τη ρωσική επανάσταση. Για μια ακόμα φορά, για τον Μπορντίγκα καπιταλισμός θα πει πρώτα απ’ όλα αγροτική επανάσταση, καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας. Επειδή εστίαζε σε αυτά τα ζητήματα, ο Μπορντίγκα είχε μια διαφορετική αποτίμηση του Μπουχάριν από τον τυπικό επαναστάτη αντίπαλο του σταλινισμού. Εισήγαγε μια καινοτόμα διάκριση ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκυ. Οι περισσότεροι που διαχωρίζουν τους Λένιν και Τρότσκυ είναι σταλινικοί και μαοϊκοί. Όμως ο Μπορντίγκα φέρνει τα πάνω κάτω. Χρησιμοποιώντας μια διατύπωση του Λένιν αποκαλεί την ρωσική επανάσταση “διπλή επανάσταση”[22], στην οποία η πολιτική κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο κατέστησε εφικτή την ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, και πάνω από όλα την καταστροφή των προκαπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στη γεωργία. Το μεγάλο πρότυπο ήταν το δίχως άλλο ο Αύγουστος του 1789 της Γαλλίας. Οι τροτσκιστές ανέκαθεν έλεγαν πως τον Απρίλιο του 1917 ο Λένιν, αποδεχόμενος τις θέσεις της διαρκούς επανάστασης “έγινε τροτσκιστής”. Όμως ο Λένιν διαφωνούσε με τον Τρότσκυ σε διάφορα λεπτά ζητήματα, κάτι που φάνηκε από τις διατυπώσεις του των ετών 1921-22 γύρω από τη φύση του νέου καθεστώτος, πάνω απ’ όλα από τις αξιοπρόσεκτες ομιλίες του στο συνέδριο του κόμματος του 1921, καθώς και από την πολεμική του ενάντια στην πρώτη Εργατική Αντιπολίτευση και την κατηγορία που αυτή εξαπέλυε ότι το σοβιετικό κράτος ήταν ένα καθεστώς “κρατικού καπιταλισμού”. Απαντώντας, ο Λένιν υποστήριξε πως ο κρατικός καπιταλισμός θα ήταν ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός σε σχέση με αυτό που ήταν πραγματικά η Ρωσία, δηλ. ένας καπιταλισμός μικροπαραγωγών με ένα εργατικό πολιτικό κόμμα στον έλεγχο του κράτους[23]. Για τον Μπορντίγκα μόλις αυτή η πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης καταστράφηκε από τον σταλινισμό, το μόνο που απέμενε ήταν ένας καπιταλισμός μικροπαραγωγών. Ο τρόπος που χρησιμοποίησε ο Λένιν τον όρο “εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές διαστρεβλώσεις” στις αρχές της δεκαετίας του ’20 είναι αρκετά διαφορετικός από τον τρόπο που τον χρησιμοποίησε ο Τρότσκυ το 1936. Δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε εφικτό να ανατρέξουμε εδώ την όλη εξέλιξη του τι είπε ο καθένας πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αυτό που κρύβεται πίσω από αυτές τις διαφορετικές τακτικές και στρατηγικές κρίσεις είναι δυο αντιτιθέμενες αντιλήψεις για τον μαρξισμό. Το σημαντικό είναι ότι για τον Τρότσκυ και τους τροτσκιστές, ο διαρκής χαρακτήρας της επανάστασης είχε παγιωθεί στις “σχέσεις ιδιοκτησίας”, και αργότερα εκδηλώθηκε ως ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.[24] Για τον Μπορντίγκα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν ήταν παρά μια απόδειξη του αστικού χαρακτήρα του σοβιετικού φαινόμενου. Ο Μπορντίγκα φέρνει τα πάνω κάτω στους σταλινικούς όταν λέει ότι το πρόβλημα με τον Τρότσκυ δεν είναι ότι ‘υποτιμά” την αγροτιά, αλλά ότι υπερεκτιμά την πιθανότητα οι αγρότες, και η αγροτική επανάσταση των μικροκαλλιεργητών, να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση.

Σύμφωνα με τον Μπορντίγκα ο Στάλιν, και οι κατοπινοί Μάο, Χο Τσι Μινχ κλπ. ήταν “μεγάλοι ρομαντικοί επαναστάτες”[25] με την έννοια του 19ου αιώνα, δηλ. αστοί επαναστάτες. Ένιωθε πως τα σταλινικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν μετά το 1945, απλά εξάπλωναν την αστική επανάσταση, πχ. με την απαλλοτρίωση των γιούνκερς από τον Κόκκινο Στρατό, μέσω των αγροτικών πολιτικών τους, μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ο Μπορντίγκα απάντησε στις θέσεις της γαλλικής υπεραριστερής ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα με ένα άρθρο που έφερε τον τίτλο “Avanti Barbari!” (“Εμπρός Βάρβαροι!”) στο οποίο χαιρέτιζε την αστικο-επαναστατική πλευρά του σταλινισμού ως το μόνο πραγματικό του περιεχόμενο[26]. (Δε χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με τον Μπορντίγκα για να αναγνωρίσει πως αυτή είναι μια πιο συνεκτική ματιά από την ηλιθιότητα των τροτσκιστικών αναλύσεων που έβλεπαν μετά το 1945 τους σταλινικούς στην ανατολική Ευρώπη, την Κίνα ή την Ινδοκίνα ως αμφιταλαντευόμενους “ρεφορμιστές”, έτοιμους να ξεπουληθούν στον ιμπεριαλισμό.)

Το προτέρημα του θεωρητικού πλαισίου του Μπορντίγκα σε σχέση με τον Τρότσκυ είναι πάνω απ’ όλα η κριτική που ασκεί στην υπόθεση, η οποία πέρασε λαθραία στον τροτσκισμό και σε όσους έφυγαν από αυτόν, ότι Στάλιν και σταλινισμός αποτελούν ένα “κέντρο” ανάμεσα σε μπουχαρινική δεξιά και τροτσκιστική αριστερά. Όποιος θέλει μπορεί να φανταστεί πώς μια νίκη της μπουχαρινικής “δεξιάς” στη διαμάχη για τον εκβιομηχανισμό θα έβλαπτε το διεθνές εργατικό κίνημα περισσότερο από ότι το έβλαψε ο θρίαμβος της σταλινικής “κεντρώας” τάσης. Όμως αυτοί που θέλουν να χαράξουν δίχως κριτική μια γραμμή συνέχειας μέσω του Τρότσκυ μετά το 1924, σιωπηρά αποδέχονται την ύπαρξη αυτού του αριστερού-δεξιού φάσματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το 1936 ο Τρότσκυ έγραψε ότι “ο σοσιαλισμός απόδειξε το δικαίωμά του να διεκδικεί τη νίκη, όχι στις σελίδες του Κεφαλαίου… αλλά με τη γλώσσα του ατσαλιού, του τσιμέντου και του ηλεκτρισμού.”[27] Επεκτείνοντας τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης από το σχηματισμό των σοβιέτ (1905, 1917) στις μορφές κρατικής ιδιοκτησίας και την ανάπτυξη των ίδιων των παραγωγικών δυνάμεων (η απόδειξη του παραμορφωμένου σοσιαλιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος βρίσκεται στην ικανότητά του να αναπτύσσει τη βιομηχανία στην “περίοδο της ιμπεριαλιστικής παρακμής”), ο Τρότσκυ αποκορύφωσε αυτό που ονομάζω “υποκατάστατο αστικοεπαναστατικό” χαρακτήρα του μαρξισμού της Β’ και Γ’ Διεθνούς.

Οι μεταπολεμικοί τροτσκιστές (για τους οποίους φυσικά ο Τρότσκυ δε φέρει καμία ευθύνη) είδαν τον εκβιομηχανισμό των σταλινικών καθεστώτων, σε μια εποχή κατά την οποία ο Τρίτος Κόσμος δεν έδειχνε πουθενά σημεία ανάπτυξης, ως την οριστική απόδειξη του παραμορφωμένου σοσιαλιστικού χαρακτήρα τους. Ενάντια σε αυτή τη στάση, ο Μπορντίγκα είπε πως “ο κομμουνισμός δεν είναι κάτι που χτίζεται“. Αποστολή των κομμουνιστών δεν είναι η “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”. Πρόσθεσε ακόμη πως “είναι απόλυτα ορθό ότι αυτό που χτίζεται στη Σοβιετική Ένωση είναι οι ‘βάσεις του σοσιαλισμού’ “· γι’ αυτόν, αυτή ακριβώς ήταν η απόδειξη του αστικού χαρακτήρα του καθεστώτος.

Ένα σημαντικό παράδειγμα τάσης που αποσπάστηκε από τις μετα-σταλινικές προκαταλήψεις του τροτσκισμού, δίχως όμως να προχωρήσει σε μια εξέταση της κληρονομιάς των φραξιονιστικών διαμαχών της δεκαετίας του 1920 είναι η παράδοση του Σάχτμαν με την ανάλυση του “γραφειοκρατικού κολλεκτιβισμού”. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, τουλάχιστον όπως υπήρχε τη δεκαετία του 1940, ο σταλινισμός, ο σοσιαλιστικός αντίπαλος του καπιταλισμού, έχει τη δυναμική της κατάκτησης του κόσμου[28], κάτι που πρόσφατα αποδείχτηκε λάθος. Επιπλέον, στην κριτική του Σάχτμαν, η έμφαση μπαίνει στο ζήτημα της “δημοκρατίας”, ζήτημα που γι’ αυτούς εσήμαινε τα πάντα. Σοσιαλισμός σημαίνει “δημοκρατικό κολλεκτιβισμό”, οπότε η απουσία του, και η απουσία της ανάδυσης μιας καπιταλιστικής μορφής, πρέπει να είναι “γραφειοκρατικός κολλεκτιβισμός”. Με άλλα λόγια, όλη η διαφωνία αυτής της τάσης με τον σταλινισμό και μετέπειτα με τον τροτσκισμό περιστρέφεται γύρω από το ό,τι συνέβη στη Ρωσία μετά το 1917 ή το 1921 ήταν αντιδημοκρατικό. Φυσικά, αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, όμως από την άλλη συμβάλλει στην υπόρρητη αποδοχή της “συνέχειας” μέσω του Τρότσκυ και του Λένιν του Τρότσκυ, αγνοώντας τη διορατική σκέψη του Μπουχάριν και την πρόβλεψή του αναφορικά με το κράτος. Με άλλα λόγια, όλη η οπτική (η τάση του Σάχτμαν αγνοεί πλήρως τη μαρξική κριτική τη πολιτικής οικονομίας) περιστρέφεται γύρω από την αντίθεση γραφειοκρατίας/δημοκρατίας και συνεπώς, όπως και ο Τρότσκυ, εισάγει λαθραία την ιδέα της επιτέλεσης των “καθηκόντων” της αστικής επανάστασης που εισχώρησε και στον μαρξισμό της Β’ και Γ’ Διεθνούς. Πλην του Μπορντίγκα, κανείς εντός της αντισταλινικής επαναστατικής Αριστεράς δεν ανέφερε την τάση “ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων” καθαυτών ως απόδειξη ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν κάποιου είδους εργατικό κράτος· φυσικά για τους τροτσκιστές, αυτό αποτελεί την καθοριστική απόδειξη, εντός του πλαισίου των εθνικοποιήσεων και του σχεδιασμού, πως η Σοβιετική Ένωση ήταν κάποιου είδους εργατικό κράτος.

Όμως ο Μπορντίγκα πρόσθεσε περισσότερα. Καθώς ήταν μηχανικός, επεδείκνυε μια θεωρητική αυστηρότητα[29] η οποία εξόργιζε, επιτρέποντάς του όμως να βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Πίστευε πως το “κομμουνιστικό πρόγραμμα” είχε κατ’ ουσίαν καθοριστεί μια για πάντα από τους Μαρξ και Ένγκελς το 1847 με το Μανιφέστο, και επιβεβαιωθεί τον επόμενο χρόνο από την εμφάνιση του κομμουνιστικού ρεύματος στο εργατικό κίνημα της Γαλλίας και των άλλων χωρών. Πίστευε κατ’ ουσίαν πως οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν επεξεργαστεί μια “αμετάβλητη” μεθοδολογία, και πως οι εκάστοτε “καινοτόμοι”, αργά ή γρήγορα, αποδεικνύεται πως είναι επιτήδειοι αστοί φαρισαίοι που οδεύουν προς τον Μπέρσταϊν, ή κάτι τέτοιο. Όμως αυτή η συγκινητική οχύρωση πίσω από θέσεις που διατυπώθηκαν το 1848 τον οδήγησε σε εκπληκτικά συμπεράσματα ως προς μια ολόκληρη διάσταση της μαρξιστικής παράδοση, η οποία, πάλι, είχε εν πολλοίς χαθεί. Ο Μπορντίγκα πίστευε ότι μέχρι το θάνατο του Μαρξ το 1883 είχε ειπωθεί καθετί σημαντικό για το ρωσικό ζήτημα.[30] Αναφέρουμε: η αλληλογραφία του Μαρξ με τους Λαϊκιστές τη δεκαετία του 1870, τα δυο κυβικά μέτρα σημειώσεις για τη ρωσική γεωργία που άφησε (δεν ολοκλήρωσε το Κεφάλαιο επειδή την τελευταία δεκαετία της ζωής του τον είχε συνεπάρει το αγροτικό ζήτημα της Ρωσίας), οι διάφοροι νέοι πρόλογοι στο Μανιφέστο και τα υπόλοιπα κείμενα της περιόδου 1878-83 στα οποία αντανακλάται η ενασχόλησή του με τη Ρωσία. (Ο Μαρξ έφτασε στο σημείο να κρύψει από τον Ένγκελς το βαθμό στον οποίον είχε απορροφηθεί από το ρωσικό ζήτημα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να γίνει πυρ και μανία όταν έμαθε ότι η εργασία του Μαρξ πάνω στο ρωσικό ζήτημα ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο το Κεφάλαιο έμεινε ημιτελές).[31] Για τον Μπορντίγκα σημασία είχε η ανακάλυψη της ρωσικής κομμούνας από τον Μαρξ, και η πίστη που είχε ανάμεσα στα 1878 και 1881 ότι στη βάση αυτής της κομμούνας η Ρωσία θα μπορούσε κυριολεκτικά να υπερπηδήσει το καπιταλιστικό στάδιο της ιστορίας, ακόμη και εν τη απουσία μιας επανάστασης στη Δύση, και ότι σε αυτή τη διαδικασία κεντρικός θα ήταν ο ρόλος των αγροτών, πριν την καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας. Ο Μαρξ έγραψε (στο διάσημο γράμμα του προς τη Βέρα Ζασούλιτς) πως “αν η Ρωσία ακολουθήσει το δρόμο που πήρε μετά το 1861, θα χάσει τη μεγαλύτερη ευκαιρία που έχει υπάρξει στην ιστορία να υπερπηδηθεί το καπιταλιστικό καθεστώς. Όπως και οι υπόλοιπες χώρες, θα πρέπει να υποταχθεί στους αμείλικτους νόμους αυτού του συστήματος”.[32] Μέχρι το θάνατό του ο Μαρξ είχε καταλήξει ότι η Ρωσία είχε χάσει την ευκαιρία, και το είπε στους Ρώσους Λαϊκιστές. Για τον Μπορντίγκα η παραπάνω παράθεση αποτελεί τη μαρξιστική κληρονομιά για το “ρωσικό ζήτημα”, και “η όλη αιματηρή διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης”, μια προφητεία που εκπληρώθηκε από τον Στάλιν. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η πλευρά της σχέσης του Μαρξ με τη Ρωσία για 80 ή 90 χρόνια βρισκόταν καταχωνιασμένη σε σκονισμένα αρχεία και διάφορες υποσημειώσεις, και μόνο αργότερα επανήλθε στην επιφάνεια από πρόσωπα όπως ο Ζακ Καμάτ και ο Τίοντορ Σάνιν.[33]

Η περιγραφή της προσωπικότητας του Μπορντίγκα θα μείνει λειψή αν δεν κάνουμε μια αναφορά στη στάση του ως προς τη δημοκρατία. Ο Μπορντίγκα με περηφάνια χαρακτήριζε τον εαυτό του ως “αντιδημοκράτη”, πιστεύοντας ότι ακολουθούσε τους Μαρξ και Ένγκελς ως προς αυτό. (Η σχέση αυτής της στάσης με το αγροτικό ζήτημα σε λίγο θα γίνει εμφανής). Η εχθρικότητα του Μπορντίγκα προς τη δημοκρατία δεν είχε τίποτα κοινό με το σταλινικό γκαγκστερισμό. Πράγματι, ο Μπορντίγκα θεωρούσε το φασισμό και το σταλινισμό ως το ζενίθ της αστικής δημοκρατίας![34] Για τον Μπορντίγκα δημοκρατία σημαίνει πάνω από όλα χειραγώγηση της κοινωνίας ως μια άμορφη μάζα. Σε αυτή αντιπαρέτασσε τη “δικτατορία του προλεταριάτου”, όπως τέθηκε σε εφαρμογή από το κομμουνιστικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1847, βασιζόμενη στις αρχές και το πρόγραμμα του Μανιφέστου. Έκανε συχνή αναφορά στο πνεύμα της παρατήρησης του Ένγκελς πως “τις παραμονές της επανάστασης, όλες οι δυνάμεις της αντίδρασης θα ενωθούν εναντίον μας υπό τη σημαία της “καθαρής δημοκρατίας”. (Και πράγματι, κάθε αντίπαλος των μπολσεβίκων το 1921 από τους μοναρχικούς ως τους αναρχικούς ήταν υπέρ των “σοβιέτ δίχως μπολσεβίκους”.) Ο Μπορντίγκα ήταν απόλυτα αντίθετος στην ιδέα ότι το επαναστατικό περιεχόμενο θα μπορούσε να είναι προϊόν μιας πλουραλιστικής δημοκρατικής διαδικασίας· όποια κι αν είναι τα προβλήματά της, υπό το φως της ιστορίας των τελευταίων 70 ετών, αυτή η οπτική έχει το προτέρημα ότι τονίζει το γεγονός πως ο κομμουνισμός (όπως όλοι οι κοινωνικοί σχηματισμοί) είναι πάνω από όλα προγραμματικό περιεχόμενο, το οποίο εκφράζεται μέσω μορφών. Τονίζει το γεγονός ότι για τον Μαρξ, ο κομμουνισμός δεν ήταν ένα ιδανικό που πρέπει να γίνει πραγματικότητα, αλλά ένα “πραγματικό κίνημα” που γεννιέται από την παλιά κοινωνία μαζί με ένα σύνολο από προγραμματικά καθήκοντα[35]. Στην ατμόσφαιρα της Νέας Αριστεράς κατά τη δεκαετία του 1960, στην οποία τα “οικονομικά ζητήματα” εθεωρούντο λυμένα από την “κοινωνία της αφθονίας”, η συζήτηση περιστρεφόταν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα γύρω από την αντίθεση γραφειοκρατίας/δημοκρατίας, και τις “μορφές οργάνωσης”[36], οδηγώντας έτσι σε ένα μεθοδολογικό φορμαλισμό που είχε λίγη αξία όταν, μετά το 1973, η παγκόσμια οικονομική κρίση άλλαξε όλους τους κανόνες του αγώνα. Σε διαφορετικό πλαίσιο, όταν ο Μπορντίγκα πιέστηκε να προσδιορίσει την καπιταλιστική τάξη στην ανάλυσή του τού ρωσικού καπιταλισμού, είπε πως αυτή υπήρχε στις ρωγμές της ρωσικής οικονομίας, ως τάξη εν τω γίγνεσθαι. Για αυτόν η ιδέα του “κρατικού καπιταλισμού” ήταν χωρίς νόημα, επειδή το κράτος δε μπορεί παρά να αποτελεί το μέσο για την εκδήλωση των συμφερόντων μιας τάξης· η ιδέα ότι το “κράτος” θα μπορούσε ποτέ να εγκαθιδρύσει έναν τρόπο παραγωγής ισοδυναμούσε για τον Μπορντίγκα με την εγκατάλειψη του μαρξισμού. Για τον Μπορντίγκα η Σοβιετική Ένωση ήταν μια μεταβατική κοινωνία προς τον καπιταλισμό[37].

Από την άλλη αυτή η κριτική του φορμαλισμού είχε πολιτικές συνέπειες. Ήταν δεμένη με την ιδέα που είχε ο Μπορντίγκα για το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος. Ο Μπορντίγκα ήταν απόλυτα αντίθετος στη δεξιά στροφή της Κομιντέρν το 1921· ως γενικός γραμματέας του PCI αρνήθηκε να εφαρμόσει τη στρατηγική του “ενιαίου μετώπου” του 3ου Συνεδρίου. Με άλλα λόγια αρνήθηκε να δεχτεί τη συγχώνευση του νεοσύστατου –και κυριαρχούμενου από τον “μπορντιγκισμό”– PCI με την αριστερή πτέρυγα του PSI, από το οποίο το PCI είχε μόλις πριν αποσπαστεί. Ο Μπορντίγκα είχε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για το κόμμα από την Κομιντέρν, η οποία εκείνη την εποχή προσαρμοζόταν στην αντεπαναστατική άμπωτη που εκδηλώθηκε το 1921 με την αγγλορωσική εμπορική συμφωνία, την Κροστάνδη, την εφαρμογή της NEP (Νέα Οικονομική Πολιτική), την απαγόρευση των φραξιών και την αποτυχία της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία. Για τον Μπορντίγκα η στρατηγική των ΚΚ της δυτικής Ευρώπης (απορρόφηση μιας μάζας αριστερών σοσιαλδημοκρατών μέσω του “ενιαίου μετώπου”) αποτελούσε μια πλήρη συνθηκολόγηση στην περίοδο της αντεπαναστατικής άμπωτης που έβλεπε να ξεκινά. Αυτή ήταν η ουσία της κριτικής του στη δημοκρατία. Διότι στο όνομα της “κατάκτησης των μαζών” η Κομιντέρν έκανε κάθε είδους προγραμματικές παραχωρήσεις στους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες. Για τον Μπορντίγκα το πρόγραμμα είναι το παν, η αντίληψη περί αύξησης των μελών ένα τίποτα. Ο ρόλος του κόμματος κατά την περίοδο της άμπωτης είναι η διατήρηση του προγράμματος και η συνέχιση της προπαγανδιστικής δουλείας μέχρι την επόμενη φάση, χωρίς να κυνηγά εφήμερη δημοφιλία με κίνδυνο να διαλυθεί. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι αυτή η αντίληψη μπορεί να οδηγήσει στην κλειστότητα της σέκτας, κάτι που αναμφίβολα συνέβη με τους μπορντιγκιστές. Όμως έχει από την άλλη το πλεονέκτημα ότι δίνει έμφαση σε μιαν άλλη αλήθεια, μπροστά στην οποία η τροτσκιστική πτέρυγα της διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και οι κληρονόμοι της παρέμειναν τυφλοί: τα θεμέλια για τον πλήρη εκσταλινισμό των “μαζικών” κομμάτων εκτός Ρωσίας κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’20 είχαν ήδη μπει με τη στροφή του 1921. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο να αποδεχτούμε την αντιδημοκρατική σκοπιά του Μπορντίγκα για να το δούμε αυτό: ο Μπορντίγκα παράβλεψε, και απέρριψε το ρόλο των σοβιέτ και των εργατικών συμβουλίων στη Ρωσία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Όμως αναφορικά με τις “κοινωνιολογικές” επιπτώσεις που είχε το ενιαίο μέτωπο του 1921 σχετικά με το μέλλον των δυτικών ΚΚ –τη μπολσεβικοποίησή τους μετά το 1924– ο Μπορντίγκα είχε δίκιο και η Κομιντέρν άδικο, ακριβώς επειδή ιστορικά, η κοινωνική βάση μεγάλου μέρους του σταλινισμού μετά το 1924 εισχώρησε στα δυτικά ΚΚ μέσω της τακτικής του “ενιαίου μετώπου” του 1921[38]. Ο Μπορντίγκα μας έδωσε έναν τρόπο να δούμε το ριζικό εκφυλισμό του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος στο 1921 (αντί του 1927 με την ήττα του Τρότσκυ) δίχως την προσφυγή σε κούφια καλέσματα για “περισσότερη δημοκρατία”. Η αφηρημένη τυπική οπτική της γραφειοκρατίας/δημοκρατίας, που χρησιμοποιείται από την τροτσκιστική παράδοση για αυτή την κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της Κομιντέρν, είναι διαχωρισμένη από κάθε περιεχόμενο. Ο Μπορντίγκα σε όλη του τη ζωή αποκαλούσε τον εαυτό του λενινιστή· ουδέποτε έβαλε στο στόχαστρο της πολεμικής του άμεσα τον Λένιν, όμως η ολικά διαφορετική αποτίμηση της συγκυρίας του 1921, των επιπτώσεών της στην Κομιντέρν, καθώς και η εναντίωσή του στον Λένιν και τον Τρότσκυ αναφορικά με το ζήτημα του ενιαίου μετώπου φωτίζει ένα σημείο καμπής που εν γένει μένει στο σκοτάδι από τους επίγονους της τροτσκιστικής πτέρυγας της διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης της δεκαετίας του 1920.

Η ιδέα του Μπορντίγκα ότι καπιταλισμός ίσον αγροτική επανάσταση αποτελεί σημείο-κλειδί για τον 20ο αιώνα· αναμφίβολα είναι το κλειδί για σχεδόν καθετί που η Αριστερά θεωρούσε “επαναστατικό” κατά τον 20ο αι., καθώς και για μια επανεξέταση της ιστορίας του μαρξισμού και της εμπλοκής του με ιδεολογίες εκβιομηχανισμού καθυστερημένων περιοχών της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο Μπορντίγκα προφανώς δε μας παρέχει έτοιμο το κλειδί για την “απορωσικοποίηση” του “πρίσματος” δια του οποίου το διεθνές επαναστατικό κίνημα βλέπει τον κόσμο. Όμως ο τρόπος με τον οποίον εστιάζει στο αγροτικό ζήτημα, αν αναπτυχθεί παραπέρα, μπορεί να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το “ρωσικό ζήτημα” και οι συνέπειές του αποτελούσαν το αναπότρεπτο “παράδειγμα” των πολιτικών οπτικών της Αριστεράς σε Ευρώπη και ΗΠΑ· μια δεκαπενταετία μετά, αυτό μοιάζει με αρχαία ιστορία. Υπήρχε ένας πολιτικός χώρος, για τον οποίον η ενδελεχής μελέτη της ιστορίας της ρωσικής επανάστασης και της Κομιντέρν από το 1917 ως το 1928 φάνταζαν σαν το κλειδί για την ερμηνεία του σύμπαντος. Αν μια ομάδα δήλωνε πως πίστευε ότι η ρωσική επανάσταση ηττήθηκε το 1919, το 1921, το 1923, το 1927, το 1936 ή το 1953, μπορούσε κανείς να συμπεράνει με αρκετά καλή ακρίβεια τι πίστευε αυτή η ομάδα για σχεδόν κάθε άλλο πολιτικό ζήτημα στον κόσμο: για τη φύση της ΕΣΣΔ, της Κίνας, των ανά τον κόσμο ΚΚ, για τη φύση της σοσιαλδημοκρατίας, των συνδικάτων, του ενιαίου μετώπου, του λαϊκού μετώπου, των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, για ζητήματα αισθητικής και φιλοσοφίας, για τη σχέση ανάμεσα σε κόμμα και τάξη, για τη σημασία των σοβιέτ και των εργατικών συμβουλίων, ή και για το αν η Λούξεμπουργκ ή ο Μπουχάριν είχε δίκιο για τον ιμπεριαλισμό.

Η απλή απαρίθμηση των κύριων γεγονότων της παγκόσμιας ιστορίας από το 1917 και δώθε θα μας έδειχνε πόσο πολύ ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο έχει αλλάξει· ας φέρουμε στο νου μας μονάχα την πραγματικότητα του 1980: η Αγγλία της Θάτσερ, οι ΗΠΑ του Ρήγκαν, η Γαλλία του Μιτεράν, η Ρωσία του Γκορμπατσόφ, η Κίνα του Τενγκ, με δυο λόγια το “νεοφιλελεύθερο” (με το περιεχόμενο που δίνουν οι φον Χάγιεκ / φον Μίσες στην έννοια) παλλιροιακό κύμα που κάλυψε τον κρατισμό της σοσιαλδημοκρατίας, του σταλινισμού, του κεϋνσιανισμού ή του τριτοκοσμικού βοναπαρτισμού. Η εξαντλητική γνώση της ρωσικής επανάστασης από το 1917 ως το 1928, καθώς και η “κοσμοαντίληψη” που προκύπτει από αυτήν, φαίνεται πως είναι ένας οδηγός που δεν επαρκεί για να ερμηνευθούν φαινόμενα όπως η Κίνα μετά το 1976, η Ρωσία υπό τον Γκορμπατσόφ, η εμφάνιση των NICs [Newly industrialized country], ο πόλεμος Κίνας-Βιετνάμ-Καμπότζης, ο περιορισμός του αγγλικού κόμματος των Εργατικών, του αμερικανικού κόμματος των Δημοκρατικών και του γερμανικού SPD από τη δεξιά, η μετάλλαξη του Μιτεράν σε νεοφιλελεύθερο, ή η εμφάνιση σημαντικών “αντι-κρατικιστικών” τάσεων ακόμα και σε μερκαντιλιστικές χώρες όπως το Μεξικό ή η Ινδία. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σε αυτή τη λίστα το εργατικό κίνημα της Πολωνίας και τις έντονες τάσεις του καθολικού εθνικισμού του, την αναβίωση του φονταμεταλισμού στο ισλάμ, τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό, την απο-βιομηχανοποίηση, το high-tech και τη gentrification [αναβάθμιση/'εξευγενισμός' αστικών περιοχών]. Κανένα από τα παραπάνω δεν αναιρεί το μαρξισμό. Αναιρούν όμως την σχεδόν καθολική τάση της δυτικής Αριστεράς κατά τη δεκαετία του 1970, να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της ρωσικής επανάστασης και της μοίρας της.

Οι καλύτερες από τις ηρωικές φάσεις της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και του ρωσικού μπολσεβικισμού δεν επαρκούσαν για να λειτουργήσουν ως οδηγοί για αυτή τη νέα πραγματικότητα, παρόλο που ένας υποθετικός υπέρμαχος του “τρίτου στρατοπέδου” δε θα είχε ψευδαισθήσεις για τους κρατιστικούς πολιτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι από το 1970 και δώθε είχαν μπει σε πορεία απονέκρωσης. Όμως, ένας τέτοιος υπέρμαχος, αποδεχόμενος τον “Ιμπεριαλισμό” του Λένιν και μια σειρά από άλλες προγνώσεις από τα 3 πρώτα συνέδρια της Κομιντέρν, θα μοιραζόταν με τους σταλινικούς υπόρρητες υποθέσεις για την αδυναμία της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς να εκβιομηχανίσει οποιοδήποτε τμήμα του Τρίτου Κόσμου, και θα έπεφτε σε κατάσταση σύγχυσης με την εμφάνιση των NICs[39]. Όμως υπάρχει σύγχυση και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, σύγχυση που χτυπά στην καρδιά της επαναστατικής ταυτότητας που προέκυψε από την Β’ και Γ’ Διεθνή. Γιατί αν κανείς επιχειρήσει να “χαρτογραφήσει” τα αγωνιζόμενα μαζικά κομμουνιστικά κόμματα ή καθεστώτα που υπήρχαν στην Ευρώπη ανάμεσα στο 1920 και το 1975, το αποτέλεσμα θα συμπέσει σχεδόν επακριβώς με τις πεφωτισμένες μοναρχίες που υπήρχαν ανάμεσα στο 1648 και το 1789. Δηλαδή: Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Ισπανία, Σουηδία (το σημαντικότερο σκανδιναβικό ΚΚ, και το μόνο που επέζησε από τον Β’ ΠΠ όντας κάτι περισσότερο από σέχτα). Μαζικά ΚΚ δεν υπάρχουν στη Βρετανία, τις ΗΠΑ, την Ολλανδία, την Ελβετία (και τα αγγλόφωνα κράτη-αποικίες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς). Η προφανής εξαίρεση είναι το PCI (Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας). Όμως η Ιταλία με τις σημαντικές μερκαντιλιστικές πόλεις-κράτη της, ανέθρεψε τα πρότυπα του κρατικού μηχανισμού της πεφωτισμένης μοναρχίας. Τοπικά, τα κέντρα ισχύος του PCI φαίνεται να ταυτίζονται με τις διαφορετικές τοπικές εμπειρίες κατά την ιστορική φάση του παλιού καθεστώτος. Εντέλει, το PCI ήταν και συνεχίζει να είναι το πιο “σοσιαλδημοκρατικό” από τα μεγάλα δυτικά ΚΚ μετά το 1956· φυσικά, αυτό συμβαίνει επειδή είναι το μόνο που έχει απομείνει.

Η σύνδεση ανάμεσα στην παρουσία μιας πεφωτισμένης μοναρχίας το 1648 και ένα μαζικό ΚΚ ή ένα σταλινικό κράτος το 1945 είναι το αγροτικό ζήτημα. Αυτά τα κράτη, με πρότυπο τη Γαλλία, δημιουργήθηκαν για να επιταχυνθεί η καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας. Συνειδητά ή όχι, έκαναν στην αγροτιά κάτι παρόμοιο με ό,τι έκανε το σοβιετικό κράτος στους Ρώσους αγρότες από το 1928 και δώθε, και με ό,τι έκαναν τα φιλελεύθερα καπιταλιστικά καθεστώτα τον 19ο αιώνα. Οι πεφωτισμένες μοναρχίες λεηλάτησαν τους αγρότες, χρησιμοποιώντας τη φορολογία ως πηγή πρωταρχικής συσσώρευσης. Αυτές οι μέθοδοι ήρθαν ως απάντηση στις πετυχημένες αστικές κοινωνίες [civil societies] που προέκυψαν στις χώρες του “καλβινισμού”, με πρώτη-πρώτη την Αγγλία[40], των οποίων η επιτυχία στηριζόταν στην πρώιμη καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας. Καπιταλισμός σημαίνει πρώτα από όλα αγροτική επανάσταση. Πριν να υπάρχει δυνατότητα για την ύπαρξη βιομηχανίας και εργατών που να ζουν και να εργάζονται στα αστικά κέντρα, πρέπει να επαναστατικοποιηθεί η γεωργική παραγωγικότητα, για να προκύψει από τη γη ένα πλεόνασμα ελεύθερης εργατικής δύναμης. Όπου αυτό δε συντελέστηκε μέχρι το 1648 (το τέλος του τριαντακονταετούς πολέμου, και συνεπώς το τέλος των θρησκευτικών πολέμων), έπρεπε να συντελεστεί από-τα-πάνω, από τον κρατισμό. Αυτό δημιούργησε τη μερκαντιλιστική παράδοση στην ηπειρωτική Ευρώπη, η οποία, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, διατηρήθηκε στον 20ο αιώνα με τη μορφή ενός πιο ώριμου μερκαντιλισμού. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό της 2ης Αυτοκρατορίας του Λουί Ναπολέοντα, και προπάντων της Πρωσίας του Μπίσμαρκ και της πρωσοκρατούμενης Γερμανίας[41]. Η τελευταία, συγκεκριμένα, μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1870, αντιγράφτηκε από όλους τους “ύστερους υπέρμαχους της ανάπτυξης” ανά τον κόσμο, ξεκινώντας με τη Ρωσία.

Εδώ, το πλαίσιο του Μπάριγκτον Μουρ (ενταγμένο σε μια γενικότερη οπτική), έρχεται στο προσκήνιο: η δεκαετία του 1860 ήταν ένα βασικό σημείο καμπής. Είχαμε τον αμερικανικό εμφύλιο, την ενοποίηση της Γερμανίας και της Ιταλίας, τη χειραφέτηση των δουλοπάροικων στη Ρωσία, την παλινόρθωση των Meiji στην Ιαπωνία. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, για να τηρηθούν οι ισορροπίες, τη βιομηχανική ανάπτυξη στη Γαλλία κατά τη Δεύτερη Αυτοκρατορία και τη δημιουργία της Τρίτης Δημοκρατίας, όμως αυτά τα γεγονότα είναι ήσσονος σημασίας. Φαίνεται πως αν μια χώρα δεν είχε αναδιοργανωθεί στο εσωτερικό της μέχρι το 1870, δε βρισκόταν και μέσα στον “εσωτερικό κύκλο” των σημαντικά εκβιομηχανισμένων χωρών το 1914. Δεύτερον, από τις πέντε χώρες που προαναφέραμε (και πάλι, αφήνοντας στην άκρη τη Γαλλία), οι τέσσερεις μέχρι το 1933 είχαν μεταβληθεί σε μερκαντιλιστικά ολοκληρωτικά/αυταρχικά κράτη. Από τις σημαντικές χώρες, μόνον όσες ήταν κομμάτια της πρώτης βορειοατλαντικής καπιταλιστικής οικονομίας (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ) ξέφυγαν από την αυταρχική μερκαντιλιστική λύση τη δεκαετία του 1930, και από τις χώρες που είχαν αναδιοργανωθεί μέχρι το 1860, μονάχα οι ΗΠΑ. (Αυτό το σημείο είναι σημαντικό για την κεντρικότητα της προ-βιομηχανικής ιστορικής εμπειρίας). Γιατί αποτέλεσε η δεκαετία του 1860 τόσο σημαντικό σημείο καμπής; Φαίνεται πως η απάντηση βρίσκεται στην παγκόσμια ύφεση του 1873, και πιο συγκεκριμένα στην αγροτική ύφεση.[42] Η είσοδος των ΗΠΑ, του Καναδά, της Αργεντινής, της Αυστραλίας και της Ρωσίας στην παγκόσμια αγορά σιτηρών ως μειζόνων εξαγωγικών δυνάμεων κατ’ ουσίαν δημιούργησε την αντίστιξη του 1648 ξανά από την αρχή: οι ηπειρωτικές χώρες, αντιδρώντας στην αγροτική ύφεση του 1873-1896 έλαβαν μέτρα προστατευτισμού για να διατηρήσουν τις εθνικές τους αγροτικές οικονομίες. Η σημαντικότερη περίπτωση είναι η συμμαχία “Σιδήρου και Σικάλεως” βιομηχάνων και γιούνκερς το 1879 στη Γερμανία, η οποία σφράγισε την υποδούλωση του γερμανικού καπιταλισμού και φιλελευθερισμού στο γερμανοπρωσικό κράτος που κυριαρχούταν από τους γιούνκερς. Παρόμοια σκηνικά έλαβαν χώρα και στη Γαλλία, την Ιβηρική χερσόνησο, την Ιταλία, την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η εμφάνιση μια παγκόσμιας αγοράς γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ, Καναδά, Αργεντινή και Αυστραλία διαχώρισε στον κόσμο έναν πυρήνα εξελιγμένης καπιταλιστικής ανάπτυξης για πάνω από έναν αιώνα. Ήδη το 1890 κόστιζε λιγότερο η μεταφορά σιταριού από το Μπουένος Άιρες στη Βαρκελώνη από το να μεταφερθεί η ίδια ποσότητα 100 μίλια εντός Ισπανίας. Οι γεωργικοί τομείς των ηπειρωτικών μερκαντιλιστικών κρατών γίνονταν μη-βιώσιμοι σε διεθνές επίπεδο. Η επίπτωση αυτής της κατάστασης πραγμάτων στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος δεν έχει λάβει την προσοχή που της αξίζει.

Η επαναστατική παράδοση έβλεπε τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό κατά βάση σαν κάτι που αναπτύσσεται από την έκρηξη της Τρίτης Κοινωνικής Θέσης [Third Estate] μετά τη Γαλλική Επανάσταση: με τον Μπαμπέφ, τους Λυσσασμένους, και τα άλλα ριζοσπαστικά στοιχεία που εμφανίστηκαν στα αριστερά των Ιακωβίνων· προπάντων, με την επανάσταση του 1848 στη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένων των Χαρτιστών, που έφτασαν στο ζενίθ τους το 1848). Αυτή η ιστορία φαίνεται πειστική: η γραμμή από το 1793-1794 στο 1917-1921 περνά από τη Γαλλία στη Γερμανία και τη Ρωσία, με τις γαλλικές επαναστάσεις του 1830, του 1848 και της Κομμούνας· με την άνοδο του SPD μέχρι το 1914· με το ρωσικό 1905 και 1917· και κορυφώνεται με τον αποτυχημένο παγκόσμιο επαναστατικό ξεσηκωμό του 1917-21, και τις σχεδόν επαναστατικές καταστάσεις σε Γερμανία, Ιταλία, Αγγλία, Ισπανία, και εξεγερτικές απεργίες να συμβαίνουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή η τελευταία φάση είναι το αποκορύφωμα του “κλασικού εργατικού κινήματος”. Ο CLR Τζέημς μίλησε για την ανάγκη ανασυγκρότησης της ιστορικής στιγμής της κατάρρευσης του γερμανο-ρωσικού μετώπου το 1917-18· ότι δηλαδή το ζενίθ της παγκόσμιας επανάστασης μέχρι σήμερα ήταν η αποτυχία της γερμανικής επανάστασης και η ήττα του παγκόσμιου επαναστατικού κύματος. Αυτή η γραμμή σκέψης είναι το πλαίσιο της λενινιστικής-τροτσκιστικής ορθοδοξίας. Αν η γερμανική επανάσταση είχε βγάλει τη Ρωσία από την απομόνωση, ίσως τα πράγματα στον 20ο αιώνα να είχαν πάρει τελείως διαφορετική τροπή. Αυτή η σκοπιά αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο “ευριστικό εργαλείο” που μας βοηθά να αποφύγουμε τις παγίδες της σοσιαλδημοκρατίας, του σταλινισμού, του μαοϊσμού και του τριτοκοσμισμού. Να υπάρχεις μέσα σε αυτή την παράδοση, είτε είσαι τροτσκιστής, υπέρμαχος του τρίτου στρατοπέδου ή υπεραριστερός, σημαίνει να μετράς την ιστορία από το προνομιακό σημείο των σοβιέτ της Ρωσίας και της Γερμανίας του 1917-1921. Το σίγουρο είναι ότι σαν ιδέα για τη σοσιαλιστική κοινωνία, πρόκειται για κάτι καλύτερο από το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, τις σταλινικές επιτυχίες κατά το πρώτο πενταετές σχέδιο, ή τις αγροτικές κομμούνες έντασης εργασίας στην Κίνα. Όμως οδηγεί σε αδιέξοδο. Οδηγεί στο να βλέπει κανείς την ιστορία όπως θα την έβλεπε ένας σύμβουλος στρατηγικής της Κομιντέρν στα 1920, που θέλει να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησαν οι επαναστάσεις τις κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ενάντια στους Χοεντσόλερν, τους Αψβούργους και τους Ρομανόφ. Όμως ένα ιστορικό χάσμα χωρίσει αυτές τις επαναστάσεις, με τον διττό τους χαρακτήρα, από το σήμερα.[43] Η διπλή φύση της οκτωβριανής επανάστασης συνίστατο στο ότι επρόκειτο για μια επανάσταση στην οποία τα ιστορικά καθήκοντα της αστικής επανάστασης πραγματοποιήθηκαν υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης· έπειτα, το προλεταριακό πολιτικό περιεχόμενο εξαλείφθηκε πλήρως από την σταλινική αντεπανάσταση. Αν τραβήξουμε μια γραμμή “συνέχειας”, άκριτα ως τους Λένιν και Τρότσκυ, και πούμε πως είναι οι ακριβείς επεκτάσεις του Μαρξ ως τις αρχές του 20ου αι., αν μετατρέψουμε τη ρωσική επανάσταση σε κριτήριο γνησιότητας, σε στάνταρ για τον 20ο αι. (“η στροφή της ιστορίας όπου η ιστορία απέτυχε να πάρει τη στροφή” όπως τέθηκε από κάποιον) σημαίνει ότι υιοθετούμε μιαν ολόκληρη αντίληψη περί ιστορίας, πριν, και μετά το 1917. Σημαίνει πάνω από όλα πως αποδεχόμαστε τη μυθολογική αντίληψη ότι μέχρι μια ημερομηνία, το 1890, το 1898 ή το 1914, όπου καταλήφθηκε από το ρεβιζιονισμό, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν ένας επαναστατικός μαρξιστικός σχηματισμός. Αν υπάρχει ένας μύθος που βρίσκεται στη βάση των αντιλήψεων που σχηματίστηκαν από τα καλύτερα στοιχεία “της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και του ρωσικού μπολσεβικισμού”, αντιλήψεων που σήμερα έχουν γίνει προβληματικές, είναι αυτή η ρόδινη εικόνα του πρώιμου SPD. Μέσω αυτής της αντίληψης επιβλήθηκε στη διεθνή Αριστερά το πρίσμα, η σκοπιά της Aufklärung [Διαφωτισμός], που προέκυψε από τα δημοσιοϋπαλληλικά στρώματα των πεφωτισμένων μοναρχιών.

Μπορούμε να δούμε ότι αυτό το αδιέξοδο έχει διάφορες πλευρές. Ας ξεκινήσουμε από τον “αγοραίο”, μη-μαρξιστικό υλισμό που αποτέλεσε το ψωμοτύρι του κλασικού εργατικού κινήματος, όπως αυτό αρχικά συσπειρώθηκε γύρω από το SPD, αργότερα γύρω από το κόμμα των μπολσεβίκων, στην Β’, Γ’, και Δ’ Διεθνή.

Πολλοί άνθρωποι, αφού ανακάλυψαν τα Χειρόγραφα του 1844, τα Grundrisse, τα χεγκελιανά “δακτυλικά αποτυπώματα” στο Κεφάλαιο, τον Λούκατς, τον Κορς κτλ., αναρωτήθηκαν πώς έγινε και το κλασικό εργατικό κίνημα κατακτήθηκε από τον “αγοραίο μαρξισμό”. Γιατί αυτός ο προ-καντιανός υλισμός (δηλ. ο υλισμός που αντίθετα με τον μαρξικό, δεν έχει περάσει από το διάλογο με τον γερμανικό ιδεαλισμό και τον Φόυερμπαχ) έχει τόσες ομοιότητες με τον υλισμό του 18ου αιώνα του αγγλο-γαλλικού Διαφωτισμού, δηλ. με την ιδεολογία της αστικής επανάστασης; Πώς μπορούμε να φτάσουμε σε μια μαρξιστική εξήγηση της ιστορικής ηγεμονίας του αγοραίου μαρξισμού, δεδομένου ότι ο μαρξισμός απορρίπτει εκ των προτέρων ψυχολογικές/ηθικολογικές κρίσεις του τύπου ότι “είχαν τις λάθος ιδέες”; Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι περίπλοκη: αν ο υλισμός του κλασικού εργατικού κινήματος γύρω από το SPD, από το 1860 μέχρι το 1914, και πέρα από τη ρωσική επανάσταση, από επιστημολογική άποψη λίγο διέφερε από τον αστικού χαρακτήρα επαναστατικό υλισμό, τότε οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι το κλασικό εργατικό κίνημα της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης ήταν μια συνέχεια της αστικής επανάστασης. Αν δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των θαυμαστών του ηρωικού πρώιμου SPD, είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι καμία άλλη εξήγηση δεν έχει νόημα. Αυτό, εντέλει, δεν είναι κάτι τόσο μακριά από τη θεωρία του Τρότσκυ για τη συνδυασμένη και ανισομερή ανάπτυξη: όπου η αστική τάξη είναι πολύ αδύναμη και ανίκανη για να επιτεθεί στο ancien regime [παλαιό καθεστώς], αυτό το καθήκον πέφτει στην εργατική τάξη. (Ο Τρότσκυ κατέβαλε προσπάθειες για να κάνει πιστευτό ότι έτσι η εργατική τάξη κάνει τη σοσιαλιστική επανάσταση). Τούτος ο “αγοραίος μαρξισμός” παρείχε την “κοσμοαντίληψη” που υπάρχει στις εκλαϊκευτικές μπροσούρες του ύστερου Ένγκελς, στα κείμενα των Μπέμπελ, Κάουτσκυ, Γ. Λήμπκνεχτ, του προ-ρεβιζιονιστή Μπέρνσταϊν, του Πλεχάνοφ, –δηλ. των ισχυρών μυστικοσυμβούλων της Β’ Διεθνούς, από τους οποίους πήρε την παιδεία του ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Λένιν άρχισε να ψιλιάζεται τι συμβαίνει με τον Κάουτσκυ και το ορθόδοξο “κέντρο” του SPD μόλις το 1910-1912· το 1914 δε μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του όταν διάβασε στις εφημερίδες ότι το SPD είχε υπερψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις. Τόσο επηρεασμένος ήταν από αυτές τις τάσεις. Έγραψε τον “Ιμπεριαλισμό” για να δώσει μια εξήγηση στην κατάρρευση του SPD· ο Τρότσκυ αργότερα πρόσθεσε την “απουσία επαναστατικής ηγεσίας” για να εξηγήσει την ήττα στην κεντρική Ευρώπη μετά τον πόλεμο. Η εξιστόρηση της Raya Dunayevskaya που αναφέρει ότι το Σεπτέμβρη του 1914 ο Λένιν τρέχει στη βιβλιοθήκη της Ζυρίχης για να διαβάσει τη Λογική του Χέγκελ[44] ούτως ώστε να κατανοήσει τη συντριβή του SPD, μπορεί να είναι ιστορικά ακριβής ή όχι· όπως και νά ‘χει, αυτός ο “ύστερος Λένιν” δεν επηρέασε τον επίσημο μαρξισμό μετά το 1917, της Δ’ Διεθνούς συμπεριλαμβανομένης. Οι φιλοσοφικές απόψεις του Λούκατς και του Κορς ήταν αντικείμενο περίγελου στην Κομιντέρν το 1923. Ανάμεσα στα πιο καλά θεωρητικά συγκροτημένα ρεύματα της αμερικανικής Αριστεράς στα μέσα της δεκαετίας του 1960 (πριν να έρθει το κύμα μεταφράσεων από Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία μετά το 1968), ίσως το πιο καλά συγκροτημένο αγγλόφωνο κείμενο σχετικά με το φιλοσοφικό υπόβαθρο του μαρξισμού να ήταν το “Towards an Undestanding of Karl Marx” του Sidney Hook. Δε λέω ότι έχει για αυτό ευθύνη ο οποιοσδήποτε· αυτή η πραγματικότητα απλά αντανακλά το γεγονός ότι η ανακάλυψη των πρώιμων γραπτών του Μαρξ, της πραγματικής οφειλής του προς τον Χέγκελ, της κριτικής του αγοραίου υλισμού που υπάρχει στις “Θέσεις για τον Φόυερμπαχ”, και έργων όπως τα Grundrisse, άρχισε να επηρεάζει κόσμο πέρα από μικρούς κύκλους ειδικών μόνο μετά τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Όμως θα πρέπει να υπάρχει ένας ιστορικός λόγος για αυτό· δεν επρόκειτο απλά για το τι εκδόθηκε, πού και πώς, και τι όχι (τα Grundrisse για παράδειγμα, πρωτοεκδόθηκαν σε 200 αντίτυπα στα γερμανικά το 1941 στη Μόσχα).

Κλειδί για αυτό τον ιδεολογικό αναχρονισμό στον μαρξισμό και την ιστορία της εργατικής τάξης δεν μπορεί επουδενί να είναι, όπως ήδη είπαμε, ότι “είχαν τις λάθος ιδέες”. Η απάντηση πρέπει να βρίσκεται σε βαθύτερα επίπεδα της ιστορίας της συσσώρευσης, και του τρόπου με τον οποίον αυτή έδωσε μορφή στην ταξική πάλη διεθνώς. Για μιαν ακόμη φορά, η μπορντιγκιστική παράδοση ξέθαψε οπτικές που ήταν περιθωριακές στις συζητήσεις κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, οπτικές που πιστεύω ότι συνδέουν αγροτικό ζήτημα, περιοδολόγηση [periodization] της καπιταλιστικής συσσώρευσης, τον πραγματικό ιστορικό ρόλο σοσιαλδημοκρατίας και μπολσεβικισμού, βρίσκοντας παράλληλα τον ιστορικό σύνδεσμο ανάμεσα στην πεφωτισμένη μοναρχία του 17ου αιώνα και τα μαζικά κομμουνιστικά κόμματα του 20ου αιώνα.

Η πιο ενδιαφέρουσα οπτική αναφορικά με αυτά τα ζητήματα αναπτύχθηκε από τους “νεομπορντιγκιστές”: γαλλικά ρεύματα επηρεασμένα –αλλά όχι δουλικά– από τον Μπορντίγκα. Οι καλύτερες τάσεις τους επιχείρησαν να συνθέσουν τον Μπορντίγκα, που αγνοούσε την ιστορική σημασία των σοβιέτ, των εργατικών συμβουλίων και της εργατικής δημοκρατίας, φορτώνοντας τα πάντα στο κόμμα, με την ολλανδογερμανική υπεραριστερά που εξυμνούσε τα εργατικά συμβούλια, και εξηγούσε όλα όσα πήγαν στραβά μετά το 1917 με όρους “λενινισμού”.

Όλα αυτά τα γαλλικά ρεύματα δίνουν μεγάλη σημασία σε ένα κείμενο του Μαρξ, που, σε βάθος χρόνου, μπορεί να αποδειχτεί μεγαλύτερης σημασίας από όλα τα νέα κείμενα που άρχισαν να εμφανίζονται κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960: το λεγόμενο “Αδημοσίευτο 6ο Κεφάλαιο” του 1ου τόμου του Κεφαλαίου[45]. Δε γνωρίζουμε γιατί ο Μαρξ το αφαίρεσε από το αρχικό κείμενο του 1ου τόμου. Όμως πρόκειται για μια υλιστική “Φαινομενολογία του Πνεύματος”. Δέκα σελίδες αρκούν για να αναιρεθούν οι αλτουσεριανές απόψεις πως ο Μαρξ της “ύστερης περιόδου” ξέχασε τον Χέγκελ. Όμως η κατάφαση της συνέχειας με τη μέθοδο του Χέγκελ δεν είναι καν το σημαντικότερο στοιχείο του κειμένου· οι θεμελιακές κατηγορίες τις οποίες επεξεργάζεται εκεί ο Μαρξ είναι οι διαφορές ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπεραξία, σε ό,τι έχει ονομάσει ο Μαρξ “εκτατική” [extensive] και “εντατική” φάση συσσώρευσης, που αντιστοιχούν με τη σειρά τους σε “τυπική” και “πραγματική” κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας. Η αναφορά σε “εκτατική” και “εντατική” φάση της καπιταλιστικής ιστορίας δεν είναι ίδιον των μαρξιστών· ως περιγραφικά εργαλεία έχουν χρησιμοποιηθεί και από αστούς ιστορικούς της οικονομίας. Ένα [νεομπορντιγκιστικό] ρεύμα όρισε πως η διαφορά αυτή έχει κατ’ ουσίαν να κάνει με το ότι “η [νέα] φάση απο-υλοποιεί τον εργάτη και αφήνει μόνο τον προλετάριο“.[46] Σε αυτή την πρόταση βρίσκεται η καταδίκη της σχολής του Gutman της “νέας εργατικής ιστορίας”[47]. Η μετάβαση στην “εντατική” συσσώρευση παρουσιάζεται στο 6ο Κεφάλαιο ως “η αναγωγή της εργασίας στις πιο γενικές καπιταλιστικές μορφές αφηρημένης εργασίας”· πρόκειται για το λιτό και σαφή ορισμό της εργασιακής διαδικασίας της μαζικής παραγωγής του 20ου αιώνα στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Η “νέα εργατική ιστορία” δεν είναι παρά ένα μακρόσυρτο νοσταλγικό τραγούδι για τη φάση της τυπικής κυριαρχίας [του κεφαλαίου επί της εργασίας].

Επιπλέον, το “Αδημοσίευτο 6ο Κεφάλαιο” ρίχνει φως στην “χεγκελιανή αναγέννηση” του Μαρξισμού, καθώς και στους λόγους για τους οποίους σοβαρό ενδιαφέρον για το χεγκελιανό υπόβαθρο του Μαρξ πρωτοεμφανίστηκε στη Γερμανία ήδη από τη δεκαετία του 1920 (Λούκατς, Κορς, σχολή της Φρανκφούρτης), ενώ στη Γαλλία θέριεψε μόλις τη δεκαετία του 1950. Πράγματι, ο αγοραίος μαρξισμός έγινε δημοφιλής ιδεολογία στη Γαλλία –στα στρώματα της διανόησης– μόλις τις δεκαετίες του 1930 και 1940, δηλ. κατά το Λαϊκό Μέτωπο και την Αντίσταση. Πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτή τη τριαντάχρονη καθυστέρηση ανάμεσα σε Γαλλία και Γερμανία; Η προφανής απάντηση βρίσκεται στη συντριπτική υπεροχή της Γερμανίας στον τομέα της βιομηχανικής ανάπτυξης τη δεκαετία του 1920. Μόλις το 1950 άρχισε η Γαλλία να την ανταγωνίζεται σε αυτό τον τομέα. Φαίνεται να υπάρχει μια κάποια σχέση ανάμεσα στον “χεγκελιανό” μαρξισμό και τις συνθήκες που ονομάσαμε “εντατική συσσώρευση” και “πραγματική κυριαρχία”. Κάτι άλλο περίεργο είναι πως η Ιταλία είχε μια εκλεπτυσμένη, πιο “γερμανοποιημένη” μαρξιστική κουλτούρα πολύ πριν τη Γαλλία. Αυτό πρέπει να συνδέεται με την “καθυστερημένη” πολιτική εμφάνιση της Ιταλίας, σε αντίθεση με τη συμμετοχή της Γαλλίας στην πρώτη βορειοατλαντική καπιταλιστική οικονομία και το αστικό επαναστατικό κύμα του 1770-1815. Η ιακωβίνικη παράδοση στη Γαλλία, όπως εκφράζεται από το ρασιοναλισμό των Κόμτε, Σαιν Σιμόν, Guesde, τον καντιανό ιδεαλισμό του Ζωρές, ή ακόμη και από το ρασιοναλισμό της αναρχικής παράδοσης (με την πίστη της στην αντικληρική επιστήμη) ή τέλος τον “κοσμικό και δημοκρατικό θετικισμό” της Γ’ Δημοκρατίας, έμεινε κάτω από τα επίπεδα της μετα-καντιανής γερμανικής σκέψης. Η Ιταλία “γερμανοποιήθηκε” τη δεκαετία του 1890· η Γαλλία μόλις τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Η παράδοση των Λένιν-Τρότσκυ διαιρεί την ιστορία του καπιταλισμού σε δυο φάσεις, που χωρίζονται από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος εγκαινιάζει την “εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής”. Οι θεωρητικές βάσεις αυτής της θεωρίας προέρχονται από τη συζήτηση γύρω από τον “μονοπωλιακό καπιταλισμό” πριν τον Α’ ΠΠ: Χόμπσον, Χίλφρεντιγκ, Λένιν. Για μια περίοδο ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν λειτούργησε ως το εκλαϊκευτικό έργο αυτής της θεώρησης. Ο καπιταλισμός την περίοδο της ακμής της Β’ Διεθνούς φαινόταν διαφορετικός από το σύστημα που περιέγραψε ο Μαρξ (πρέπει να θυμόμαστε ότι ο 2ος και 3ος τόμος του Κεφαλαίου εκδόθηκαν τη δεκαετία του 1880 και 1890 αντίστοιχα· η παιδεία των περισσότερων σοσιαλιστών αγωνιστών ως προς την “μαρξιστική οικονομική θεωρία” έρχεται από τον 1ο τόμο, ή πιο ρεαλιστικά, από εκλαϊκευτικές μπροσούρες όπως το “Μισθοί, Τιμές, Κέρδη“). Ο καπιταλισμός φαινόταν να απομακρύνεται από μια φάση “ανταγωνισμού” ή “λαισέρ-φαιρ” και να πηγαίνει σε μια φάση που χαρακτηριζόταν από καρτέλ, μονοπώλια, ιμπεριαλιστική κρατική καθοδήγηση, την εμφάνιση του χρηματιστικού κεφαλαίου, την κούρσα των εξοπλισμών, τις αρπαγές αποικιακής γης: όλα δηλαδή τα στοιχεία που ο Χίλφρεντιγκ γύρω στο 1910 είχε χαρακτηρίσει ως “οργανωμένο καπιταλισμό”. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το σημείο καμπής. Η ρωσική επανάσταση έδειξε πως, όπως είπε ο Λένιν, “η προλεταριακή επανάσταση κρύβεται πίσω από κάθε απεργία”· αυτή η θέση φαινόταν να επιβεβαιώνεται από την περίοδο του 1917-1921. Όμως, έπειτα από μια εφήμερη σταθεροποίηση, ήρθε το 1929, η παγκόσμια ύφεση, ο φασισμός, ο σταλινισμός και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και αργότερα μια ατέλειωτη σειρά εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων. Ποιος, το 1950, θα μπορούσε να αρνηθεί πως αυτή είναι “η εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής”; Αυτά τα απόλυτα πραγματικά φαινόμενα θεμελιώσανε μιαν ολόκληρη κοσμοαντίληψη, που πρωτοκωδικοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της Κομιντέρν: σε συνέχεια με τον καουτσκιστικό αγοραίο μαρξισμό της περιόδου πριν το 1914, ήρθε ο χαρακτηρισμός της περιόδου ως “μονοπωλιακού καπιταλισμού”, όπως έκανε πιο συγκροτημένα ο Μπουχάριν, η θεωρία της διαρκούς επανάστασης και της συνδυασμένης και ανισομερούς ανάπτυξης του Τρότσκυ, ο χαρακτηρισμός της εποχής ως “εποχής της ιμπεριαλιστικής παρακμής” από το συνέδριο [της Γ' Διεθνούς]. Αυτή είναι τουλάχιστον η συμπυκνωμένη έκφραση αυτής της κληρονομιάς όπως ανακτήθηκε από τις καλύτερες απόπειρες του τέλους της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70 για μια επανασύνδεση με την επαναστατική δυναμική της Γερμανίας, Πολωνίας και Ρωσίας του 1905 και του 1917-1921. Αυτή η περιοδολόγηση επιτρέπει σε κάποιον να κοιτάξει την ιστορία από “την Μόσχα του ’20″, κάτι όμως που κάνει την ιστορία της ρωσικής επανάστασης από το 1917 μέχρι το 1928 τόσο κεντρική και φαινομενικά τόσο γεμάτη από επιπτώσεις. Σε αυτή την ιστορική περίοδο βρισκόταν η φιλοσοφική λίθος, τροτσκιστική, σαχτμανίτικη ή υπεραριστερή. Αυτή ήταν η οπτική εκείνων που, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, δεν είχαν αυταπάτες για τη σοσιαλδημοκρατία, το σταλινισμό, ή τον τριτοκοσμικό βοναπαρτισμό, δηλ. εκείνων που πολέμησαν τα παραπάνω ρεύματα από την προνομιακή θέση της επαναστατικής εργατικής δημοκρατίας και των σοβιέτ/εργατικών συμβουλίων. Σε ένα επίπεδο αυτή η ερμηνεία φαίνεται σαν μια τελείως συνεκτική εξήγηση του κόσμου των μέσων της δεκαετίας του ’70. Δεν ήταν η Γερμανία και η Ρωσία η ύψιστη έκφραση του επαναστατικού εργατικού κινήματος; Ό,τι ακολούθησε δεν ήταν καταστροφή και γραφειοκρατικός εφιάλτης; Ο Μπορντίγκα είχε προβλέψει αυτή τη συμπεριφορά όταν έγραψε, κάποια στιγμή στη δεκαετία του ’50, πως “απλώς και μόνο επειδή η κοινωνική εξέλιξη σε μια ζώνη (Σημ. του Λόρεν Γκόλντνερ: ο Μπορντίγκα εννοεί την Ευρώπη και τις ΗΠΑ) έχει φτάσει στο τέλος μιας φάσης, δε σημαίνει πως ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο πλανήτη κοινωνικά είναι δίχως ενδιαφέρον”. Για αυτή την κοσμοαντίληψη (την οποία τότε υποστήριζε και ο γράφων), ό,τι συνέβαινε στον υπόλοιπο πλανήτη ήταν ακριβώς δίχως κοινωνικό ενδιαφέρον. Ποιος μπορούσε να προτάξει στα σοβαρά την Κίνα, τη Βόρειο Κορέα, την Αλβανία, ή τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ως μοντέλο για τους Αμερικανούς ή τους Ευρωπαίους εργάτες; Αυτή η αντίληψη, παρότι σωστή, ήταν ανεπαρκής.

Γιατί;

Αυτή η αντίληψη ήταν ανεπαρκής επειδή δε λάβαινε υπόψη της δυο πραγματικότητες που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους από τα μέσα της δεκαετίας του ’70: τη διπλή κίνηση του εκβιομηχανισμού του Τρίτου Κόσμου και της ανάπτυξης τομέων έντασης τεχνολογίας (high tech) στον αναπτυγμένο τομέα. Αυτές οι δυο πραγματικότητες έμελλε να ξεσπάσουν πάνω στο εργατικό κίνημα της Δύσης, πάνω στο οποίο στηριζόταν όλη η προηγούμενη ανάλυση. Το 1970, στο μέσο της σταλινικής, μαοϊκής ή τριτοκοσμικής ευφορίας για τις αγροτο-γραφειοκρατικές επαναστάσεις, ήταν σωστό και επαναστατικό να θεωρεί κανείς τη δυτική εργατική τάξη ως τη μόνη τάξη που έχει πραγματικά τη δυνατότητα να δώσει ένα τέλος στην ταξική κοινωνία. Υπήρχε ανάγκη να απορρίπτονται οι τριτοκοσμικές ασυναρτησίες, όπως και τώρα υπάρχει ανάγκη να απορρίπτονται τα (αρκετά εξασθενημένα) απομεινάρια τους. Όμως αυτό που έκτοτε έχει αλλάξει είναι, φυσικά, ότι η αποβιομηχάνιση στη Δύση, και η εκβιομηχάνιση του Τρίτου Κόσμου (δυο όψεις του ίδιου νομίσματος), έχουν δημιουργήσει ένα πραγματικό εργατικό κίνημα στον ίδιο τον Τρίτο Κόσμο, με την Νότια Κορέα να αποτελεί το πιο πρόσφατο σημαντικό παράδειγμα. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο κόσμος ήταν όπως θα μπορούσε να τον σκεφτεί κανείς χρησιμοποιώντας ως προκείμενες τις αντιλήψεις της πρώιμης, ηρωικής Κομιντέρν που αναπτύξαμε πιο πάνω. Οι χώρες που βρίσκονταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας βιομηχανίας το 1914 (δυτική Ευρώπη, ΗΠΑ, Ιαπωνία) συνέχιζαν να αποτελούν το βιομηχανικό πυρήνα. Με τους όρους της συζήτησης που κάναμε πιο πάνω, αν μια χώρα δεν είχε “αναδιοργανωθεί εσωτερικά” μέχρι το 1860, δεν θα έμπαινε στο “κλαμπ των βιομηχανικών χωρών” ούτε το 1914, ούτε ακόμη και το 1975. Ακόμη, το ποσοστό των εργατών που εργαζόταν στη μεταποίηση στις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, που είχε φτάσει στο ζενίθ του 45% στη Γερμανία και την Αγγλία γύρω στα 1900-1914, συνέχιζε να βρίσκεται σε κοντινά ποσοστά στην αναπτυγμένη καπιταλιστική ζώνη μέχρι την αρχή της δεκαετίας του ’70. Τι είχε συμβεί στο μεσοδιάστημα; Είναι ξεκάθαρο, στον αναπτυγμένη καπιταλιστικό κόσμο έχει λάβει χώρα μια (αρκετά απότομη) διάλυση του εργατικού δυναμικού: το 1900-1914 το 45% ήταν στη βιομηχανία, το 10% ήταν σε δουλειές γραφείου/υπηρεσίες, και το 45% απασχολούνταν στη γεωργία. Το 1970 έχουμε 40-45% στη βιομηχανία, 5-10% στη γεωργία και 40-45% σε δουλείες γραφείου/υπηρεσίες (για να μην αναφέρουμε τη δημιουργία ενός μεγάλου τομέα παραγωγής στρατιωτικών εξοπλισμών, που στις αρχές του αιώνα μόλις είχε αρχίσει να εμφανίζεται). Τι δείχνει αυτό; Δείχνει ότι το “στόρυ” της καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει ως εξής. Το 1814-1915, στη φάση του “κλασικού” ή “ανταγωνιστικού” καπιταλισμού, το σύστημα κυρίως μεταμορφώνει τους αγροτικούς πληθυσμούς σε εργάτες, τουλάχιστον στην Αγγλία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Στην περίοδο μετά το 1914 (η οποία στην πραγματικότητα ξεκινά γύρω στα 1890) η νέα φάση του “οργανωμένου” καπιταλισμού, του “μονοπωλιακού” καπιταλισμού, η “εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής” συνεχίζει να εκμεταλλεύεται τους αγροτικούς πληθυσμούς του δυτικού κόσμου (συμπεριλαμβανομένης της λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής, της νότιας Ευρώπης και της Αφρικής), όμως για να πετύχει τι; Αντί να συνεχιστεί η αύξηση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού, η απίστευτα αυξημένη παραγωγικότητα ενός στάσιμου ποσοστού του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία χρησιμοποιείται για να τροφοδοτηθεί ένας διογκούμενος “τομέας υπηρεσιών” (και παραγωγής στρατιωτικών εξοπλισμών). Και για να επιστρέψουμε στο βασικό μας θέμα, φαίνεται πως ακριβώς όταν ο αγροτικός πληθυσμός της εκάστοτε χώρας μειώνεται σε ένα ασήμαντο 5-10% του συνολικού εργατικού δυναμικού, τα ΚΚ αρχίζουν να διαβρώνονται, ώσπου σταδιακά να αντικατασταθούν από τα ενσωματωμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στη Γαλλία και την Ισπανία την τελευταία δεκαπενταετία.

Αντίθετα στην Πορτογαλία δε συνέβη αυτό, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια χώρα όπου οι αγρότες μικροπαραγωγοί παραμένουν ένα σημαντικό ποσοστό του συνολικού εργατικού δυναμικού. Αυτό είναι το υπόβαθρο για τον μετασχηματισμό του PCI. Είναι αυτό που έχει συμβεί εδώ και καιρό στη βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Πρόκειται ακόμη για κάτι παράλληλο με τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ όταν ολοκληρώθηκε η “εκτατική” φάση της συσσώρευσης και έφτασε η ώρα να προχωρήσουμε στην εντατική φάση, στην οποία η Δύση έφτασε μέσα από την κρίση του 1914-1945. Με δυο λόγια, από την πεφωτισμένη απολυταρχία του 17ου αιώνα στα ΚΚ του 20ου, η προβληματική είναι η προβληματική της εκτατικής φάσης της συσσώρευσης –του μετασχηματισμού των αγροτών σε εργάτες. Η έσχατη συνεπαγωγή αυτής της πραγματικότητας είναι ότι μια κοινωνία είναι πλήρως καπιταλιστική όταν και μόνον όταν μονάχα ένα ασήμαντο ποσοστό του εργατικού δυναμικού απασχολείται στη γεωργία, δηλ. μια κοινωνία είναι πλήρως καπιταλιστική μονάχα όταν έχει προχωρήσει από την εκτατική/τυπική στην εντατική/πραγματική φάση της συσσώρευσης. Αυτό σημαίνει, εν ολίγοις, ότι ούτε η Ευρώπη ούτε οι ΗΠΑ ήταν τόσο καπιταλιστικές όσο νόμιζε το τότε σοσιαλιστικό κίνημα, καθώς και ότι το κλασικό εργατικό κίνημα, στα κύρια ρεύματά του, ήταν πρώτα και κύρια ένα κίνημα που ώθησε τον καπιταλισμό στην εντατική του φάση.

Συνοψίζοντας, καπιταλισμός σημαίνει πρώτα και κύρια αγροτική επανάσταση.

Το αγροτικό ζήτημα εμφανίστηκε με διαφορετικούς τρόπους στην ιστορία της διεθνούς Αριστεράς. Εμφανίστηκε συνδεδεμένο με τις αγροτικές επαναστάσεις που συνόδευσαν τη γαλλική και τη ρωσική επανάσταση· με την καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας στο νότο των ΗΠΑ κατά τον αμερικανικό εμφύλιο· με την ερήμωση της ευρωπαϊκής επαρχίας μετά τον Β’ ΠΠ. Το δίχως άλλο, έχουμε εδώ να κάνουμε με διακριτά φαινόμενα τα οποία δεν πρέπει να τσουβαλιάζουμε ελαφρά τη καρδία. Ας εστιάσουμε στο συσχετισμό τη εντατικής συσσώρευσης με τη μείωση του αγροτικού εργατικού δυναμικού στο 5-10% ως τον ορισμό της “πλήρως καπιταλιστικής” κοινωνίας. Μια πλήρως καπιταλιστική γεωργία είναι μια αμερικανικού τύπου μηχανοποιημένη γεωργία. Το “αγροτικό ζήτημα”, υπ’ αυτή την έννοια, δε λύθηκε στη Γαλλία το 1789, αλλά το 1945-1973. Η σύνδεση ανάμεσα σε γεωργία και εντατική συσσώρευση στη βιομηχανία είναι η εξής: η μείωση του κόστους των τροφίμων ως ποσοστού στο “καλάθι κατανάλωσης” του εργάτη δημιουργεί επιπλέον αγοραστική δύναμη για τα ‘διαρκή αγαθά’ [durables] κατανάλωσης (όπως το αυτοκίνητο), που βρίσκονται στο επίκεντρο της μαζικής παραγωγής του 20ου αιώνα.

Πριν επιστρέψουμε, για μια ακόμη φορά, στον Μπορντίγκα και τους νεομπορντιγκιστές, ας συνοψίσουμε. Ο αγοραίος μαρξισμός ήταν μια ιδεολογία της διανόησης σε κεντρική και ανατολική Ευρώπη, που συνδεόταν με το εργατικό κίνημα σε μια μάχη για την ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης (διεθνής μαρξισμός της Α’ και Β’ Διεθνούς). Σε παράλληλη πορεία με τον προ-καντιανό, προ του 1789 αστικό υλισμό, αυτός ο αγοραίος μαρξισμός δεν είναι αποτέλεσμα ενός κάποιου “σφάλματος” (“είχαν λάθος ιδέες”) αλλά η ακριβής έκφραση του πραγματικού κινήματος από το οποίο αναπτύχθηκε. Τούτο το περιεχόμενο ταιριάζει με το πλαίσιο μιας περιοδολόγησης της καπιταλιστικής ιστορίας που προσθέτει στην κατά Λένιν/Τρότσκυ “εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής” τις έννοιες της εκτατικής/εντατικής συσσώρευσης και της τυπικής/πραγματικής κυριαρχίας. Η όλη θεωρία των Λένιν/Χίλφρεντιγκ της Β’ Διεθνούς περί “οργανωμένου καπιταλισμού” και “μονοπωλιακού καπιταλισμού” αποτελεί τότε συσκότιση και απόκρυψη του γεγονότος της μετάβασης από την εκτατική στην εντατική φάση. Η αντίληψη του “επίσημου μαρξισμού” είναι συνεπώς η αντίληψη μιας ανερχόμενης κρατικής ελίτ, στην εξουσία ή εκτός εξουσίας, της οποίας το κίνημα έχει πάντα ως αποτέλεσμα μιαν άλλη μορφή καπιταλισμού (πραγματική κυριαρχία), την οποία και αποκαλεί “σοσιαλισμό”. Το συναρπαστικό σε μια τέτοια ανάλυση είναι ότι αποφεύγονται οι ηθικολογίες, καθώς και ότι παρέχεται μια “κοινωνιολογική” ερμηνεία μιας “επιστημολογίας”. Για μιαν ακόμη φορά, αυτό σημαίνει ότι αυτό το κοινωνικό στρώμα σκεφτόταν στη βάση ενός υλισμού του τύπου της Aufklärung ακριβώς επειδή αποτελούσε το υπαλληλικό στρώμα ενός πρωτόλειου κράτους σε ένα αναπτυσσόμενο καθεστώς, και ότι η οικονομική του θεωρία, κωδικοποιημένη στη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, ήταν ακριβώς η οικονομική θεωρία αυτού του στρώματος. Δεν επρόκειτο για πραγματικό μαρξισμό, καθώς έτεινε να αντικαθιστά αναλύσεις σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής με αναλύσεις (εντέλει ντυριγκιανές) “δύναμης”. Από τον Λένιν και τον Μπουχάριν μέσω των Maren και Sweezy, του Μπετελέμ και του Αμίν, ως τον Πολ Ποτ (αναγνωρίζοντας βέβαια ότι υπάρχουν τεράστιες ασυνέχειες και εκφυλισμός, αλλά και συνέχεια), η θεωρία του “μονοπωλιακού καπιταλισμού” είναι η θεωρία των κρατικών γραφειοκρατών. Είναι μια θεμελιωδώς αντεργατική θεωρία. Βλέπει το ρεφορμισμό της εργατικής τάξης της Δύσης ως έκφραση των υπερκερδών που προέρχονται από τον Ιμπεριαλισμό, και συσκοτίζει τη διαφορά συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα στην κρατικογραφειοκρατική ελίτ και την αγροτική και εργατική τάξη στις υπανάπτυκτες χώρες, στις οποίες μια τέτοια ελίτ βρίσκεται στην εξουσία.

Οι Γάλλοι νεομπορντιγκιστές, ειδικά ο Καμάτ, έδειξαν ότι ήταν στη Ρωσία περισσότερο από οπουδήποτε που ο μαρξισμός, σταδιακά, μετατράπηκε από μια θεωρία της “υλικής ανθρώπινης κοινότητας”, από ένα πραγματικό κίνημα που “γεννιέται” από τον ώριμο καπιταλισμό, σε κάτι που “χτίζεται” σε συνθήκες καθυστερημένου πρωτο-καπιταλισμού. Αυτό καθίσταται εμφανές αν δούμε την αντίθεση ανάμεσα στη “μαρξιστική θέση” για το ρωσικό ζήτημα που αναπτύχθηκε από τον Μαρξ το 1878-1883 και την πολεμική των μπολσεβίκων με τους ύστερους Λαϊκιστές [Ναροντνικούς] τη δεκαετία του 1890. Ό,τι κι αν σκεφτόταν στη σχετική μελέτη του ο Μαρξ για τη δυνατότητα της ρωσικής κομμούνας να αποτελέσει μια πιθανή βάση για το άμεσο “άλμα” προς τον κομμουνισμό, δε θα είχε ποτέ γράψει, όπως έγραψε το 1936 ο Τρότσκυ, ότι “ο σοσιαλισμός τώρα στέκεται απέναντι στον καπιταλισμό με τόνους ατσαλιού και τσιμέντου.” Αυτό δε θέλει να πει πως δεν υπάρχει καμιά βάση στο έργο του Μαρξ για αυτές τις παραγωγιστικές θεωρήσεις· σημαίνει απλά πως το χάσμα που χωρίζει τον Μαρξ από το διεθνή μαρξισμό της Β’, Γ’ (και Δ’) Διεθνούς συνίσταται ακριβώς στο ότι ο Μαρξ είναι πέραν του “προ-καντιανού” υλισμού, και πολύ πέρα από την οικονομική θεωρία του “μονοπωλιακού καπιταλισμού”, δυο δηλαδή αντιλήψεις που εκφράζουν μια δημοσιοϋπαλληλική εικόνα για τον κόσμο. Στη μάχη ανάμεσα στον Λένιν και τους Λαϊκιστές τη δεκαετία του 1890, στη μάχη δηλαδή να εισαχθεί ο κουτσουρεμένος “μαρξισμός” της Β’ διεθνούς στη Ρωσία, όλη η προ του 1883 διάσταση της μαρξικής ανάλυσης του “ρωσικού κινήματος”, την οποία ξέθαψε ο Μπορντίγκα, χάνεται σε μια παραγωγιστική χορωδία. Η γραμμική, μηχανιστική κατάφαση της “προόδου”, που βρισκόταν στον πυρήνα της ιστορικής σκέψης του Διαφωτισμού, και η οποία αντικαταστάθηκε από μια ιστορική θεωρία των “σταδίων” του αγοραίου μαρξισμού, δε μπορεί να κατανοήσει τη ρωσική αγροτική κομμούνα, όπως την κατανόησε ο Μαρξ. Η Gemeinwesen (η υλική ανθρώπινη κοινότητα) ως τέλος/σκοπός [telos] του κομμουνισμού καταστέλλεται για χάρη του παραγωγισμού. Μόλις ήρθαν στην εξουσία, οι μπολσεβίκοι πήραν τα σχήματα αναπαραγωγής και τις κατηγορίες του 2ου τόμου του Κεφαλαίου και τα μετέτρεψαν σε εγχειρίδια οικονομικού σχεδιασμού, δίχως να λάβουν υπόψη τους πως επρόκειτο για μια “ρικαρντιανή” περιγραφή του καπιταλισμού, την οποία ο Μαρξ ανατρέπει στον 3ο τόμο.[48] Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την παραγωγιστική ιδεολογία των σταλινικών σχεδιαστών μετά το 1928. Πράγματι, υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον Μαρξ και τη Β’ Διεθνή, και αργότερα τους μπολσεβίκους, που βρίσκει έκφραση στη “φιλοσοφία” και την “οικονομική θεωρία”· με τη σειρά τους αυτές οι διαφορές εκφράζουν διαφορετικές “κοινωνικές επιστημολογίες”, που ριζώνουν στις αντιλήψεις δυο διαφορετικών τάξεων, της εργατικής τάξης και της κρατικής γραφειοκρατίας. Υπ’ αυτή την έννοια έχει νόημα να πούμε ότι τα καλύτερα στοιχεία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και του ρωσικού μπολσεβικισμού είναι αμετάκλητα δεμένα με το κράτος. Σε περίπτωση που αναζωπυρωθεί, η επαναστατική οπτική δε θα έχει πια τη δυνατότητα να θεωρήσει τα παραπάνω ρεύματα σαν τους άμεσους προγόνους της· αντίθετα, θα πρέπει να τα δει ως παρεκκλίσεις, στις οποίες ο μαρξισμός ενώθηκε με μια ξένη προς αυτόν κρατικιστική αντίληψη.

Έμεις, σήμερα στη Δύση, αντίθετα με τους επαναστάτες του 1910, ζούμε σε έναν πλήρως καπιταλιστικό κόσμο. Δεν υπάρχει καμιά καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας προς ολοκλήρωση, για το εργατικό κίνημα δεν υπάρχει κανένα αγροτικό ζήτημα. Παράλληλα, στο μέσο μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που αρχίζει να παίρνει τις διαστάσεις του 1930, όλες οι παλιές επαναστατικές βλέψεις έχουν γίνει αέρας, και η εικόνα του τι θα μπορούσε να είναι ένας θετικός κόσμος πέραν του καπιταλισμού μοιάζει λιγότερο ξεκάθαρη από ποτέ. (Η πρόσφατη ιστορία μας παρέχει με πλήθος από αρνητικά παραδείγματα). Παραταύτα, αν κατανοήσουμε ότι μεγάλο μέρος από ό,τι καταρρέει σήμερα είναι εντέλει κληρονομιά της πεφωτισμένης απολυταρχίας και των σύγχρονων μορφών της, θα δούμε πως πολλά από τα διανοητικά εργαλεία που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν σε χρήση, ήταν στην πραγματικότητα εργαλεία κατάλληλα για την ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης, και αναπτύχθηκαν από κινήματα που κατέληξαν να διευθύνονται από κρατικούς υπάλληλους, πραγματικούς ή δυνητικούς. Απελευθερώνοντας τον μαρξισμό από αυτή την κρατιστική κληρονομιά θα μπορέσουμε επιτέλους να αρχίσουμε να κατανοούμε τον κόσμο από την προνομιακή θέση του “πραγματικού κινήματος που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας” (Κομμουνιστικό Μανιφέστο).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ένας σκοπός αυτού του άρθρου ήταν να εξοικειώσει καλύτερα τον αγγλόφωνο κόσμο με το πρόσωπο και τις ιδέες του Μπορντίγκα.

Δυστυχώς πολλές από τις πηγές στις οποίες βασιστήκαμε έχουν εκδοθεί μονάχα στα ιταλικά ή τα γαλλικά, από σχεδόν άγνωστους αριστερούς εκδοτικούς οίκους· πολλές πηγές δεν κυκλοφορούν πλέον. Είναι λοιπόν, πέρα από τα γραπτά του ίδιου του Μπορντίγκα, πρακτικά αδύνατο να διαβαστούν. Οι αναγνώστες που επιθυμούν να αποκτήσουν τα διαθέσιμα γραπτά του Μπορντίγκα, σε διάφορες γλώσσες, μπορούν να επικοινωνήσουν στη διεύθυνση Partito Comunista Internazionale, Via Marnni 30, Schio, Italy.

Τα σημαντικά κείμενα του Μπορντίγκα είναι τα εξής: To Strutture economica e sociale de la della Russia d’oggi (Edizioni il programma comunista, 1976) είναι το κύριο έργο του για τη ρωσική οικονομία. Ένα μεγάλο τμήμα του εκδόθηκε στα γαλλικά με τον τίτλο Russie et Revolution dans la theorie marxiste (Ed. Spartacus, 1975). Το Storia delta sinistra comunista (Ed. il programma comunista), αποτελεί την ιστορία της φράξιας του Μπορντίγκα από το 1912 μέχρι το 1921, και εκδόθηκε σε τρεις τόμους από το 1964. Μικρότερες αλλά θεμελιώδεις θεωρητικές μελέτες είναι τα Proprieta e capitale (Ed. Iskra, Φλωρεντία, 1980) και Mai la merce sfamera l’umomo: la question agraria e lateoria della rendita fondiaria secondo Marx (Ed. Iskra, 1979) Μια γαλλική συλλογή κάποιων από τα μικρότερα κείμενα του Μπορντίγκα, συμπεριλαμβανομένων των σχολίων του για τα Χειρόγραφα του 1844 του Μαρξ, εκδόθηκε μαζί με έναν πρόλογο του Ζακ Καμάτ με τον τίτλο Bordiga et la passion du communisme (Ed. Spartacus, 1974).

Δεν υπάρχει, εξ όσων γνωρίζω, μια επαρκής και συστηματική μελέτη για τον Μπορντίγκα. Δυο έργα που αποφεύγουν τα λάθη και τις συκοφαντίες του παρελθόντος είναι το A. de Clementi, Bordiga (Turin, 1971) και η βιογραφία του από τον Franco Livorsi, έναν διανοούμενο του PCI, με τίτλο Amadeo Bordiga (Rome, 1976). Μια παρουσίαση των θέσεων του Μπορντίγκα για το φαινόμενο των σοβιέτ υπάρχει στο Uhana Grilli, Amadeo Bordiga: capitalismo sovietico e comunismo (Μιλάνο, 1982). Η καλύτερη γενική παρουσίαση του Μπορντίγκα και των θεωριών του όπως αυτές επηρέασαν το παρόν άρθρο βρίσκεται στο Jacques Camatte, Bordiga et la revolution russe: Russie et necessite du communisme in the journal Invariance, Annee VII, Serie II, No. 4. Μια κριτική αποτίμηση της μπορντιγκιστικής φράξιας υπάρχει στο La Gauche Communiste d’ Italie, που εκδόθηκε το 1981 από την οργάνωση Courant Communiste International [Διεθνές Κομμουνιστικό Ρεύμα]. Μια γενική “μπορντιγκιστική” άποψη για τη ρωσική επανάσταση και τα επακόλουθά της υπάρχει στο ειδικό τριπλό τεύχος του Programme communista, Bilan d’ une revolution (40-41-42, Οκτ. 1967- Ιούνιος 1968), της θεωρητικής επιθεώρησης ενός από τα τότε αντίπαλα μπορντιγκιστικά κόμματα. Δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω αν οι απόψεις που εκφράζονται εκεί γράφτηκαν ή εγκρίθηκαν από τον ίδιο τον Μπορντίγκα.

Δυο ακόμη ενδιαφέροντα έργα που αντλούν κριτικά από τον Μπορντίγκα είναι το Jean Barrot, Le mouvement communiste (Ed. Champ Libre, 1972), και το Jacques Camatte, Capital et Gemeinwesein: Le 6e chapitre inedit et l’oeuvre economique de Marx (Ed. Spartacus, Παρίσι 1978).

Αρκετές πληροφορίες για τον Μπορντίγκα κατά την περίοδο που ασκούσε τη μεγαλύτερη επιρροή στις μάζες υπάρχουν στην ημιεπίσημη ιστορία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος του Paolo Spriano, με τίτλο Storia del Partito comunista italiano, Vol I Da Bordiga a Gramci (Turin 1967). Αυτό το έργο, όπως και του Uvorsi, πρέπει να χρησιμοποιηθεί με προσοχή.

[Βιβλιογραφική σημείωση της ελληνικής μετάφρασης: στα ελληνικά απόσο ξέρουμε υπάρχει η μετάφραση του "Κόμμα και Τάξη" στο 2ο τεύχος του περιοδικού Blaumachen, της Δημοκρατικής Αρχής (στο σάιτ του Βραχόκηπου: http://j15.vrahokipos.gr/bookcase/47-amadeo-bordiga/75-dimokratiki-arxi.html), μερικά κείμενα στο σάιτ του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κόμματος (http://international-communist-party.org/Ellenika.htm), και μερικά ακόμη κείμενα στη σελίδα της ομάδας n+1 (http://www.quinterna.org/lingue/others/0_others.htm).

Να αναφέρουμε ακόμη το βιβλίο του Ζιλ Ντωβέ 'Έκλειψη και επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος' (εκδ. Κόκκινο Νήμα), στο οποίο υπάρχει ένα κείμενο για τον Μπορντίγκα (Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Μπορντίγκα).

Αρκετά από τα κείμενα στα οποία αναφέρεται ο Γκόλντνερ υπάρχουν στα διαδικτυακά αρχεία marxists.org και sinistra.net.]

_______________

[1] Η ένταση του φαινομένου δε μας επιτρέπει να κάνουμε κάτι περισσότερο από μια αναφορά. Σημάδι αυτού του φαινομένου δεν είναι μόνο η πρόσφατη ιταλική έκδοση μιας εξάτομης σειράς των έργων του Μπορντίγκα, αλλά και η εμφάνιση σπουδαίων μελετών όπως των Arturo Peregalli/Sandro Saggior Amadeo Bordiga. La Sconfitta e gli anni oscuri (1926-1945)(Τορίνο, 1998). Οι ίδιοι συγγραφείς επιμελήθηκαν μια πλήρη βιβλιογραφία του Μπορντίγκα (Amadeo Bordiga, 1889-1970. Bibliografia. Μιλάνο, 1995). Μια μέτρια μετάφραση του βιβλίου του Philippe Bourrinet The “Bordigist Current” (1919-1999). Italy, France, Belgium είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα “Left-Communism” [http://left-dis.nl]. Τέλος, στο Μιλάνο το 1996 έλαβε χώρα ένα σχετικό διεθνές συνέδριο (περισσότερο ακαδημαϊκού παρά πολιτικου χαρακτήρα). Κάποιες από τις εργασίες εκδόθηκαν σε βιβλιο (L. Cortesi, ed. Amadeo Bordiga nella Storia del Comunismo, Νάπολη 1999).

[2] John Chiaradia, “Antonio Gramsci: The Dark Years“. Αδημοσιεύτο χειρόγραφο. Για μια “ορθόδοξη μπορντιγκιστική” κριτική του Γκράμσι και του “γκραμσιανισμού” δες το 4ο κεφ. του 2ου τόμου του έργου “Storia della Sinistra Comunista” (Μιλάνο, 1972).

[3] Ο Tom Frank, στο έργο του One Market Under God (Νέα Υόρκη, 2000) αναλύει πολύ πειστικά αυτή την ιδέα.

[4] Δες το βιβλίο La Gauche Hollandaise (1990) που εκδόθηκε από την οργάνωση International Communist Current. Πρόκειται για κείμενο του Philippe Bourrinet, ο οποίος στη συνέχεια έφυγε από την ICC, η οποία εξέδωσε παραταύτα μια αγγλική έκδοση με τίτλο The Dutch Left (2001). [Μια αναθεωρημένη έκδοση του ίδιου του Bourrinet είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα "Left Communism".]

[5] Σήμερα υπάρχουν άτομα που ενώ έχουν επηρεαστεί από τον Μπορντίγκα, το όνομα του Λένιν τους είναι βρισιά.

[6] Ξανά, δες το “The Dutch Left” του Bourrinet για το πώς ο προ του 1917 Λένιν είχε επηρεαστεί και από τους Πάνεκουκ και Γκόρτερ στην αντιπαράθεση για τη μαζική απεργία εντός της Β’ Διεθνούς.

[7] Δες τα κείμενα του Ζακ Καμάτ και του Ζαν Μπαρό (Ζιλ Ντωβέ) των αρχών της δεκαετίας του 1970, που ήδη παραθέσαμε.

[8] Πολλά από αυτά τα κείμενα υπάρχουν σε ανατυπώσεις του Partito Comunista Internazionale υπό τον γενικό τίτλο Sul Filo del Tempo. Το 1998 έχουν εκδοθεί 7 τόμοι αυτής της σειράς. Είναι διαθέσιμοι από την εξής διεύθυνση: Edizione il programma comunista, Casella postale 962, 20101 Milan, Italy.

[9] Barrington Moore, Social Origins of Democracy and Dictatorship (Βοστώνη, 1966)

[10] Adam. Ulan, The Unfinished Revolution (Νέα Υόρκη, 1960)

[11] A. Gerschenkron, Economic Backwardness in Historical Perspective (Βοστώνη, 1962)

[12] E. Preobrazhensky, The New Economics, Οξφόρδη, 1965, 2ο κεφ.

[13] Δες τη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του άρθρου.

[14] Όπως πριν.

[15] Η ώριμη τοποθέτηση του Μπορντίγκα για τη σύνδεση αγροτικού ζητήματος και καπιταλισμού υπάρχει στο έργο του Mai la merce…, 1979.

[16] Δες στη βιβλιογραφία Bilan d’une Revolution, Programme communista, Nos 40-41-42, Οκτ. 1967-Ιουν. 1968

[17] Η ανάπτυξη αυτής της πρόβλεψης του Μπορντίγκα σχετικά με μια μείζονα παγκόσμια κρίση το 1975 παρουσιάζεται στο F. Livorst σελ.426-444.

[18] Για μια κατασταλαγμένη συζήτηση της μπουχαρινικής κριτικής του Πρεομπραζένσκι δες Bilan d‘une Revolution, σελ. 139-140. Ενάντια στους υπερ-εκβιομηχανιστές της αριστεράς, ο Μπουχάριν υποστήριξε πως η εργατική τάξη σε μια τέτοια περίπτωση “θα ήταν υποχρεωμένη να στήσει έναν κολοσσιαίο διαχειριστικό μηχανισμό… Η απόπειρα αντικατάστασης όλων των μικροπαραγωγών και μικροκαλλιεργητών από γραφειοκράτες παράγει ένα μηχανισμό τόσο κολοσσιαίο που οι δαπάνες συντήρησής του θα ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες από τις μη-παραγωγικές σπατάλες που προκύπτουν από τις αναρχικές συνθήκες της μικροπαραγωγής: συνοψίζοντας, ο όλος οικονομικός μηχανισμός του προλεταριακού κράτους όχι μόνο δεν διευκολύνει, αλλά αντίθετα εμποδίζει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Οδηγεί κατευθείαν στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που όφειλε να οδηγήσει”. (στο ίδιο)

[19] Η “μπουχαρινική” πλευρά της αποτίμησης που κάνει ο Τρότσκυ της “αριστερής” στροφής του Στάλιν μετά το 1928 σημειώνεται στο Bilan d‘une Revolution, σελ.148.

[20] Αυτή η παρέμβαση έγινε στην 6η επηυξημένη ολομέλεια της κεντρικής επιτροπής της Κομιντέρν το 1926. όπως πριν, σ.38

[21] Για την καπιταλιστική φύση των κολχόζ, δες Bilan d‘une Revolution, σελ.172-179.

[22] Η άποψη του Μπορντίγκα για τη “διπλή επανάσταση” είναι διασπαρμένη στο σύνολο του έργου του. Για ένα παράδειγμα, δες Μπορντίγκα, Russie et revolution…σελ. 192.

[23] Β.Ι Λένιν, Φόρος σε είδος, Διαλεχτά Έργα, Τομ ΙΙ. Σε αυτό το κείμενο παρουσιάζεται η λενινιστική ανάλυση της σχέσης ανάμεσα στον καπιταλισμό των μικροπαραγωγών και τον κρατικό καπιταλισμό το 1921.

[24] Οι λυρικότερες διατυπώσεις του Τρότσκυ για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα σταλινικά “εργατικά κράτη” υπάρχουν στα πρώτα κεφάλαια του έργου του “Η Προδομένη Επανάσταση” (1936).

[25] Αυτή είναι η διατύπωση στο Bilan d‘une Revolution, σελ.95.

[26] Παρατίθεται στο Grilli, σ. 282 [ΣτΜ. Να προσθέσουμε την ύπαρξη μιας νεομπορντιγκιστικής ομάδας στην Γαλλία που ονομάστηκε Communisme ou Civilisation]

[27] Τρότσκυ, Η Προδομένη Επανάσταση. Ολόκληρο το απόσπασμα έχει ως εξής: “Ο σοσιαλισμός απόδειξε το δικαίωμά του να διεκδικεί τη νίκη, όχι στις σελίδες του Κεφαλαίου, αλλά σε μια βιομηχανική αρένα που καταλαμβάνει το ένα έκτο της γης –το απόδειξε όχι με τη γλώσσα της διαλεκτικής, αλλά με τη γλώσσα του ατσαλιού, του τσιμέντου και του ηλεκτρισμού.” (ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει στο www.marxistsbooks.com)

[28] Δες Μαξ Σάχτμαν, Η Γραφειοκρατική Επανάσταση για τη λεπτομερέστερη ανάπτυξη αυτής της θέσης.

[29] [ΣτΜ] rigidity. Μπορεί να μεταφραστεί και σαν “ακαμψία”.

[30] Δες Μπορντίγκα, Russie et revolution dans la theorie marxistse, σ.226-297 για μια συζήτηση αναφορικά με την εξέλιξη της σκέψης του Μαρξ για τη ρωσική κομμούνα και τη χαμένη “ιστορική ευκαιρία” της Ρωσίας να υπερπηδήσει το στάδιο του καπιταλισμού.

[31] Για τη βαθιά ενασχόληση του Μαρξ με το πρόβλημα της ρωσικής γεωργίας κατά τη τελευταία δεκαετία της ζωής του, δες το δοκίμιου του Teodor Shanin “Late Marx” στο T. Shanin, ed. “Late Marx and the Russian Road“, Νέα Υόρκη, 1983. Επίσης J. Camatte, “Bordiga et la revolussion russe…” σ. 15-23

[32] Το γράμμα του Μαρξ (Νοέμβριος 1877) δημοσιεύτηκε στα γερμανικά από τον Maximilien Rubel, “Marx-Engels: Die russische Kommoune“ (1977), σελ.49-53.

[33] Δες την υποσημείωση #23.

[34] Οι αναλύσεις του ιταλικού φασισμού της περιόδου 1921-24 από τη φράξια του Μπορντίγκα, που το δίχως άλλο είχαν συγγραφεί από τον ίδιο τον Μπορντίγκα, υπάρχουν στο “Communisme et fascisme“, (ed. Programme Communiste, 1970)

[35] Όπως γράφει ο Μαρξ στο Μανιφέστο, ο κομμουνισμός δεν είναι ένα ιδανικό που πρέπει να γίνει πραγματικότητα· αντίθετα είναι “το πραγματικό κίνημα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας”. Για μια συζήτηση του κομμουνισμού ως “πραγματικού κινήματος” δες Jean Barrot, “Le mouvement communiste“ (Ed. Champ Libre, 1972).

[36] Για μια κριτική του φορμαλισμού που απορρέει από τη θεώρηση του προβλήματος του σοσιαλισμού ως προβλήματος “μορφών οργάνωσης”, δες Ζιλ Ντωβέ, “Λενινισμός και Υπεραριστερά”, στο Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος (εκδ. Κόκκινο Νήμα).

[37] Αυτή η θέση αναπτύσσεται από τον L. Grille, οπ. πριν. σ. 38.

[38] Μια αντίστοιχη κατάσταση ήταν η “στρατολόγηση του Λένιν”, κατά την οποία το κόμμα πλημμύρισε με πειθήνια, άπειρα μέλη ή και καριερίστες, στοιχεία εύκολα χειραγωγήσιμα από τους σταλινικούς ενάντια στα απομεινάρια της Παλιάς Φρουράς. Το διεθνές αντίστοιχο αυτού του μετασχηματισμού της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπορεί να βρεθεί σε άτομα όπως ο Cachin στο PCF ή ο Thaelman στο KPD.

[39] Για την άνοδο των Νέων Βιομηχανικών Χωρών και τον αντίκτυπο που είχαν στην ιδεολογία ανά την υφήλιο, δες Nigel Harris “The End of the Third World“, (Λονδίνο, 1986)

[40] Για την καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας στην Αγγλία δες Robert Brenner, “The Agrarian Origins of European Capitalism” στο T.H. Ashton και C.H.E. Philpin, “The Brenner Debate”, (Cambridge UP, 1985), σ. 213-327.

[41] Για τη μερκαντιλιστική παράδοση και τις επιπτώσεις της, δες Roman Szporluk, “Communism and Nationalism: Karl Marx vs. Friedrich List”, (Oxford UP, 1988).

[42] Για μια συζήτηση των μετά το 1873 επιπτώσεων της αγροτικής ύφεσης δες Hans Rosenberg, “Grosse Depression und Bismarckzeit”, Βερολίνο 1967.

[43] Ο ολλανδός υπεραριστερός Χέρμαν Γκόρτερ είχε συλλάβει, συγχυσμένα αλλά σωστά, την απουσία αγροτικού ζητήματος για τους εργάτες της Δύσης ως την ουσία της διαφοράς ανάμεσα στη ρωσική επανάσταση και κάθε δυνητική επανάσταση στη Δύση. Πρόκειται για μια διαφορά που ελαχιστοποιήθηκε από τον Λένιν στον “Αριστερισμό”. Δες. Χ. Γκόρτερ, Offener Brief an den Genossen Lenin, Βερολίνο 1921 [Ανοιχτή Επιστολή στον Σύντροφο Λένιν].

[44] Raya Dunayevskaya, “Philosophy and Revolution“, (Νέα Υόρκη, 1975), 3ο κεφ.

[45] Υπάρχει στο παράρτημα της νέας αγγλικής μετάφρασης του 1ου τόμου του Κεφαλαίου (Νέα Υόρκη, 1976), από τις εκδόσεις Penguin. [ΣτΜ. Στα ελληνικά κυκλοφορεί ως "Αποτελέσματα του άμεσου προτσές παραγωγής (VI ανέκδοτο κεφάλαιο)", εκδόσεις α/συνέχεια]

[46] Δες τη μπροσούρα της γαλλικής ομάδας Negation, “Lip and the Self-managed Counter-Revolution“. Αγγλ. μτφ. από το Red and Black, Ντητρόιτ, 1975).

[47] [ΣτΜ] New labor history. Σχολή της Iστορίας της Εργασίας που δίνει έμφαση στους αγώνες και τις εμπειρίες μειοψηφικών υποκειμένων της εργασίας, όπως οι γυναίκες, οι μαύροι εργάτες, οι μειονότητες, οι μετανάστες.

[48] Δες Rita di Leo, “Gli Operai ed il sistema sovietico“, Bari 1970, 1ο κεφάλαιο, για μια καλή συζήτηση της σοβιετικής χρήσης του 2ου τόμου του Κεφαλαίου ως “εγχειριδίου” από το οποίο αναπτύχθηκαν οι κατηγορίες της διαδικασίας σχεδιασμού.

Κομμουνισμός στην εποχή του τρόμου

από το μπλογκ http://thrymmata.blogspot.com/2009/08/bruno-bosteels.html

Η υπόθεση του αριστερισμού:

Κομμουνισμός στην εποχή του τρόμου

του Bruno Bosteels
Θα αρχίσω με τρία προγραμματικά τσιτάτα. Το πρώτο, πολύ γνωστό, προέρχεται από τη Γερμανική Ιδεολογία των Μαρξ κι Ένγκελς:

Για μας, ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση των πραγμάτων, που πρέπει να εδραιωθεί, ένα ιδανικό, στο οποίο η πραγματικότητα [θα] πρέπει να προσαρμοσθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. [1]

Το δεύτερο, που θα είναι περισσότερο οικείο σε πολλούς από σας, είναι η ρήση του Μάο από την Κριτική των Οικονομικών Προβλημάτων του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ του Στάλιν:

Δεν μπορούμε να φθάσουμε στον κομμουνισμό παρά μόνο αν υπάρχει ένα κομμουνιστικό κίνημα. [2]
Και, τέλος, είναι το γκράφιτι, που είδα, ή φαντάσθηκα ότι είδα, σε κάποια πόρτα μιας τουαλέτας στο Μπέρκμπεκ Κόλετζ:

Μη ρωτάτε: Τι θα έκανε ο Ιησούς; Να ρωτάτε: Τι θα έκανε ο Ζίζεκ; [3]
Ελπίζω τα νοήματα αυτών των φράσεων θα αποσαφηνισθούν, καθώς προχωράμε στο κείμενό μου. Θα χωρίσω τα επιχειρήματά μου σε δυο μέρη.

1. Είπε κανείς αριστερός κομμουνισμός;

Το 1920, ο Λένιν έγραψε ένα πασίγνωστο φυλλάδιο, στο οποίο κατήγγειλε αυτό που ονόμαζε “αριστερισμό” ή “αριστερό κομμουνισμό” σαν μια “νηπιακή δυσλειτουργία” του “πλήρως περιεκτικού κι ώριμου” κομμουνισμού. [4] Πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα, το 1968, τα δυο αδέλφια, ο Ντάνυ “ο Κόκκινος” κι ο Γκαμπριέλ Κον-Μπεντί, θα αντέστρεφαν αυτή τη διάγνωση, ανακοινώνοντας στ’ αστεία ότι ένα φάντασμα, το φάντασμα του “αριστερισμού,” περιπλανιόταν τώρα στους δρόμους της Ευρώπης, αυτή τη φορά όμως σαν το “γιατρικό” για τη “γεροντική δυσλειτουργία” του κομμουνισμού. [5] Σήμερα, αλλά σαράντα χρόνια μετά, τι μπορούμε να κάνουμε μ’ αυτή την αναστροφή στο μέσο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και του ατέλειωτου πόλεμου του τρόμου ενάντια στον τρόμο;

Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στην ορθόδοξη καταγγελία του Λένιν της αριστερίστικης “δυσλειτουργίας,” υπέρ μιας επιστροφής στην αρχική ιδέα του κομμουνισμού, όσο πολύ κι αν θέλουμε να αποδομήσουμε, να αποτραβηχτούμε ή να εξασθενίσουμε την ιδέα αυτή σήμερα, για να απαλύνουμε το χτύπημα της ορθοδοξίας; Ή, αλλιώς, μήπως πρέπει να προσθέσουμε τις φωνές μας στην ενίσχυση του παιάνα του “αριστερισμού” σαν τη μόνη ιδέα, που θα μας σώσει από την ιστορική αποτυχία του “πραγματικά υπαρκτού” κομμουνισμού, δηλαδή, του κομμουνισμού της Σοβιετικής Ένωσης και της παγκόσμιας μοίρας των επίσημων Κομμουνιστικών Κομμάτων –τώρα σχεδόν όλα χρεοκοπημένα, σβησμένα ή θαμμένα κάτω από μια αμηχανία ενός νέου ονόματος, αποκαθαρισμένα για τα καλά από κάθε ίχνος συμβιβασμού με τον Μαρξισμό, τον Λενινισμό, τον Τροτσκισμό, τον Σταλινισμό ή τον Μαοϊσμό; Τελικά, σε ποιο σημείο αυτές οι δυο επιλογές κινδυνεύουν να γίνουν αδιαχώριστες, έτσι ώστε η επιστροφή μας στην Ιδέα του κομμουνισμού [Ιδέα μ’ ένα Καντιανό ή Πλατωνικό κεφαλαίο Ι] να περνά σαν μια άλλη μορφή αριστερισμού;

Μπορούμε σαν ομάδα –και μ’ αυτό εννοώ όχι μόνο τους ομιλητές αυτού του συνεδρίου, αλλά και τους συντρόφους ή επικριτές στο ακροατήριο, καθώς επίσης κι έξω από τα στενά όρια αυτού του ακαδημαϊκού θύλακα– μπορούμε έστω να φθάσουμε σε μια συμφωνία για την ανάγκη διαχωρισμού της κομμουνιστικής υπόθεσης από την ιστορία και την θεωρία του αριστερισμού; Επιπλέον, αν “ο κομμουνισμός έχει ονοματίσει την πραγματική ιστορία του ‘εμείς’,” όπως έγραφε πριν καμιά δεκαετία ο Αλαίν Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: Για το Τέλος της Αλήθειας του Κράτους, κι αν, σύμφωνα μ’ αυτήν την ίδια την ερμηνεία του ονομαζόμενου “θανάτου” του κομμουνισμού μετά την κατάρρευση του Τοίχους του Βερολίνου, “δεν υπάρχει πια το ‘εμείς,’ ούτε άλλωστε υπήρχε για πολύ καιρό,” [6] υπάρχει καμιά ελπίδα, αν αρχίσουμε πάλι με συναντήσεις σαν αυτή, μπορεί να καταστεί δυνατό για μια ακόμη φορά, μολονότι σε μια πιο σεμνή κλίμακα, να ξαναμιλήσουμε το “εμείς,” ή ακόμη το σαν “εμείς οι κομμουνιστές”; Κάτι που σημαίνει, ακολουθώντας έναν λίγο διαφορετικότερο δρόμο, ότι ίσως είναι τώρα μια καλή ευκαιρία να επαναλάβουμε την χειρονομία, που έφερε μαζί τον Φελίξ Γκαταρί με τον Τόνι Νέγκρι, πριν περισσότερο από δυο δεκαετίες, όταν έγραψαν το Κομμουνιστές σαν Εμάς; [7]

Φυσικά, στα κυρίαρχα μήντια, κάθε τέτοια συζήτηση για τον κομμουνισμό απορρίπτεται μ’ ευκολία κι εγκαταλείπεται σαν μια άλλη περίπτωση “υπεραριστερισμού” ή “ακραίου αριστερισμού” (η άκρα αριστερά σαν κατοπτρικό είδωλο της άκρας δεξιάς), σαν ένα από τα αντικείμενα μέσα στο ντουλάπι των πολιτικώς αξιοπερίεργων πραγμάτων, τα οποία συνήθως περιορίζονται για ακαδημαϊκή χρήση, μολονότι τώρα η ειρωνεία είναι ότι θεωρούνται πλέον αρκετά απειλητικά, έτσι ώστε να δικαιολογήσουν τις δημόσιες ανασκευές στον τύπο, αν δεν προκαλέσουν, όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα κάτω από τη μύτη μας, τη βίαια καταστολή από την αστυνομία και τους στρατιωτικούς κρατικούς μηχανισμούς. Μήπως όμως τότε η προσπάθεια οριοθέτησης της υπόθεσης του κομμουνισμού από τις διάφορες μορφές αριστερισμού τείνει να συμπίπτει μ’ εκείνες τις δοκιμασμένες συνταγές, με τις οποίες οι ιδεολόγοι του κατεστημένου προσπαθούν και ξαναπροσπαθούν, για καιρό τώρα, να αποτρέψουν την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων; Πράγματι, δεν είναι η κατηγορία του “αριστερισμού” ή του “ακραίου αριστερισμού,” μαζί με τις σχετικές κριτικές του “ρεφορμισμού,” υπεύθυνες για κάποια από τα χειρότερα είδη του σεχταρισμού και της αλληλεξοντωτικής διαπάλης μέσα στους κομμουνιστικούς κύκλους; Ακόμη και μεταξύ των συμμετεχόντων αυτού του συνεδρίου, όπως πολλοί από σας αναμφίβολα με οδύνη γνωρίζετε, το επίθετο του αριστεριστή ρίχνεται εδώ κι εκεί με μια εκπληκτική άνεση κι ανεμελιά. Υπάρχουν, πέρα απ’ όλα, κάποιες διαβόητες αντιφάσεις μέσα και μεταξύ των ανθρώπων. Η πρόθεσή μου σε σχέση μ’ αυτές τις αντιφάσεις δεν είναι να τις χειροτερεύσω ρίχνοντας αλάτι σ’ ανοιχτές ή ελάχιστα επουλωμένες πληγές, αλλά μάλλον να διευκρινίσω τις εντάσεις και να τις κάνω ξεκάθαρα σαφείς, έτσι ώστε να αποφύγουμε να βρούμε την ανακούφιση στη βάση μιας εσπευσμένης διευθέτησης ή μιας επιφανειακής συναίνεσης. Αυτός είναι, πέρα απ’ όλα, ο τρόπος που ο Μαρξ, σε μια επιστολή του στον Άρνολντ Ρούγκε, καθορίζει το καθήκον μας, ήτοι, σαν μια “αποσαφήνιση (μέσω της κριτικής φιλοσοφίας), που πρέπει να κατακτηθεί από την παρούσα εποχή των αγώνων και των επιθυμιών.” Κι ο Μαρξ συνεχίζει: “Αυτό είναι ένα έργο για τον κόσμο και για μας. Μπορεί μόνο να είναι το έργο των ενωμένων δυνάμεων. Είναι ένα ζήτημα εξομολόγησης και τίποτε άλλο. [Θα άρεσε στον Βατίμο και τον Ζίζεκ αυτό το Χριστιανικό μεταφορικό σχήμα:] Για να εξασφαλίσει την άφεση των αμαρτιών της, η ανθρωπότητα δεν έχει παρά να διακηρύξει ποιες είναι αυτές στην πραγματικότητα.” [8]

Αντίθετα όμως με τον Μαρξ, ο Λένιν προτιμά ένα ιατρικό, παρά θεολογικό, μεταφορικό σχήμα [μολονότι εξακολουθεί να μιλά για τις “καιροσκοπικές αμαρτίες του κινήματος της εργατικής τάξης”]. Ο αριστερός κομμουνισμός, γι’ αυτόν, δεν είναι τόσο ένα “αμάρτημα” όσο μια “αρρώστια,” η οποία πρέπει να διαγνωσθεί στη βάση ενός συνόλου επαναλαμβανόμενων “συμπτωμάτων” και να “θεραπευτεί” ή να “ξεριζωθεί” με την κατάλληλη αγωγή. Πράγματι, στο βαθμό που περιγράφεται ο αριστερισμός σαν μια “παιδική αρρώστια,” σε μια εποχή πριν εκείνη των μαζικών εμβολιασμών, όπως για την ιλαρά ή την ερυθρά, ίσως να ήταν πολύ ευεργετικό για κομμουνιστές σαν κι εμάς να προσβαλλόμασταν από την αρρώστια τουλάχιστον στην περίοδο, που ήμασταν ακόμη νέοι: “Η νόσος δεν έχει κανένα κίνδυνο,” παραδέχεται ο Λένιν, “και μετά από την προσβολή της ο οργανισμός γίνεται ακόμη πιο ανθεκτικός.” Επιπρόσθετα μ’ αυτή την κλινική ιστορία, η έννοια της “παιδικότητας” και μερικές φορές και της “παιδιαστικότητας” επίσης πρέπει να διαγνωσθεί μέσω κάποιων ηθικών και παιδαγωγικών τρόπων, στο πλαίσιο των οποίων ο αριστερισμός αποκαλύπτει μια επικίνδυνη έλλειψη ωριμότητας σε συνδυασμό μαζί με μια ανυπόμονη επιθυμία υπερπήδησης των ενδιάμεσων σταδίων, που μεσολαβούν μέσα στην βαθμιαία διαδικασία επαύξησης κι ανάπτυξης, αλλά, αντίθετα, τώρα καθώς επιδεικνύουν την πρόκριση ενός ξαφνικού ξεπετάγματος προς την ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Εδώ ο Λένιν χρησιμοποιεί μια αναλογία, που θα ευχαριστούσε τον Πλατωνισμό του Μπαντιού: “Αν προσπαθούσαμε σήμερα να προβλέπαμε τη μελλοντική έκβαση του πλήρως αναπτυγμένου, πλήρως σταθεροποιημένου και συγκροτημένου, πλήρως περιεκτικού κι ώριμου κομμουνισμού, θα ήταν σαν να επιχειρούσαμε να διδάξουμε ανώτερα μαθηματικά σ’ ένα παιδάκι ηλικίας τεσσάρων χρονών.” Την εποχή των αυτο-χρισμένων παιδαγωγών και παραμάνων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό το δεύτερο μεταφορικό σχήμα παρουσιάζει τον αριστερισμό σαν τη δυσλειτουργία της ελλειμματικής προσοχής (ADD) του κομμουνισμού, οπότε η θεραπεία αναγκαστικά θα απαιτούσε μια μεγάλη προσπάθεια συνολικής εκπαίδευσης και καθοδήγησης, π.χ., μέσα σε συλλογικούς φορείς ή σε συνδικάτα, τα οποία, όπως ο Μαρξ ήδη έχει γράψει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, συνιστούν “το σχολείο του σοσιαλισμού.”

Αφήνοντας κατά μέρος όλη την κλινική ή παιδαγωγική ρητορική, η προσπάθεια του Λένιν να ορίσει το ίδιο το φαινόμενο πρέπει να μας είναι αρκετά οικεία: Ο αριστερισμός ή ο αριστερός κομμουνισμός, γι’ αυτόν, εμπεριέχει μια στάση αρχών ενάντια στη συμμετοχή στην κοινοβουλευτική ή στην αστική εκλογική πολιτική μέσα σε συνδικάτα κι ακόμη κι ιδιαίτερα ως προς την αυστηρή κομματική πειθαρχία. Η κατάληξη αυτής της αποκήρυξης όλων των συμβιβασμών κι όλων των ενδιάμεσων φάσεων είναι η δογματική “επανάληψη των αληθειών του ‘καθαρού’ κομμουνισμού,” που αναγάγεται σ’ έναν παραληρηματικό, εμπρηστικό και σχεδόν αναρχικό τύπο ριζοσπαστισμού, ο οποίος ονομάζεται επίσης “μικρο-αστική επαναστατικότητα” ή “μαζισμός” (“massism”), με την έννοια μιας θορυβώδους έκκλησης για μια άμεση δράση των μαζών πάνω κι ενάντια στις οργανωτικές μορφές του κόμματος, των συνδικάτων και του κοινοβουλίου. Η υποκειμενική ανυπομονησία, σε μια χαρακτηριστική ταλάντωση μεταξύ ενθουσιασμού κι απογοήτευσης, παίρνει, έτσι, τη θέση του κοπιώδους κι επίμονου έργου των κομματικών οργανώσεων. “Η αποκήρυξη της κομματικής αρχής (κανόνων) και της κομματικής πειθαρχίας –εκεί είναι πού έχει φτάσει η αντιπολίτευση,” συμπεραίνει ο Λένιν: “Όλα καταλήγουν στη μικρο-αστική διαχυτικότητα κι αστάθεια, εκείνη την ανικανότητα για διαρκή προσπάθεια, ενότητα κι οργανωμένη δράση, η οποία, όταν ενθαρρύνεται, αναπόφευκτα θα καταστρέψει το οποιοδήποτε προλεταριακό επαναστατικό κίνημα.” Επομένως, είναι λογικό, για να ξεπερασθεί η αριστερίστικη τάση, να ξετυλίξει ο Λένιν αυτό που ονομάζει “το αλφαβητάρι του Μαρξισμού,” σύμφωνα με το οποίο οι μάζες διαιρούνται σε τάξεις, οι τάξεις συνήθως καθοδηγούνται από κόμματα και τα κόμματα τα διαχειρίζονται οι λίγο-πολύ σταθερές ομάδες των στελεχών τους, που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή κι εμπειρία, δηλαδή, οι ηγέτες τους: “Όλα αυτά είναι στοιχειώδη,” γράφει ο Λένιν, προσθέτοντας μια δόση σαρκασμού στο ρεπερτόριο του δασκαλίστικου τρόπου του. “Γιατί να το αντικαταστήσουμε αυτό με κάποιο είδος ασυναρτησίας, κάποια νέα φτιαχτή γλώσσα σαν τα Βολαπύκ (Volapük);”

Βέβαια, προφανώς ο Λένιν δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος, που εκτοξεύει ύβρεις εναντίον μιας κάποιας ή άλλης μορφής του αριστερισμού. Πριν απ’ αυτόν, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς είχαν πολεμήσει τον ασυμβίβαστο ριζοσπαστισμό, π.χ., των Μπλανκουιστών Κομμουνάριων, για τους οποίους ο Ένγκελς γράφει: “Οι τριάντα τρεις Μπλανκουιστές είναι Κομμουνιστές, μόνο γιατί φαντάζονται ότι, απλώς και μόνο επειδή αυτοί θέλουν να υπερπηδήσουν τους ενδιάμεσους σταθμούς και συμβιβασμούς, το ζήτημα τακτοποιείται κι αν ‘αρχίσει’ πάλι τις επόμενες μέρες –κάτι που το θεωρούν δεδομένο– και πάρουν την εξουσία, ο ‘κομμουνισμός θα εγκαινιασθεί’ τη μεθεπόμενη μέρα. Αν αυτό δεν είναι άμεσα δυνατό, δεν είναι Κομμουνιστές. Τι παιδαριώδης αφέλεια να παρουσιάζει κανείς την ανυπομονησία του σαν ένα θεωρητικά πειστικό επιχείρημα!” [9] Μετά τον Λένιν, από την άλλη μεριά, η πάλη ενάντια στις δίδυμες αποκλίσεις του αριστερού “τυχοδιωκτισμού” και του δεξιού “οπορτουνισμού” έφθασε επίσης να καθορίζει τα διακυβεύματα των ιδεολογικών αγώνων στην Μαοϊκή Κίνα, πριν την παγκόσμια διάδοση των διάφορων μορφών του Μαοϊσμού, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια και μετά από την Πολιτιστική Επανάσταση: “Είμαστε επίσης αντίθετοι με την ‘Αριστερίστικη’ φραστική καπηλεία,” έγραφε ο Μάο στο περίφημο έργο του ‘Για την Πράξη’: “Η σκέψη των ‘Αριστεριστών’ διαγράφει μια δεδομένη φάση της ανάπτυξης της αντικειμενικής διαδικασίας. Κάποιοι θεωρούν τις φαντασιώσεις τους σαν αληθινές, ενώ άλλοι μοχθούν να πραγματοποιήσουν στο παρόν ένα ιδανικό, που μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί στο μέλλον. Αλλοτριώνονται όμως, έτσι, από τις τρέχουσες πρακτικές της πλειονότητας του λαού κι από την καθημερινή πραγματικότητα κι αποδεικνύουν ότι οι δράσεις τους διέπονται από τυχοδιωκτισμό.” [10]

Όμως, όπως φαίνεται από τον τίτλο του βιβλίου των αδελφών Κον-Μπεντί, κι ο αριστερισμός θα υποστεί μια δραματική αντιστροφή ρόλων, για την ακρίβεια γύρω στα 1960, και, μ’ ιδιαίτερη ορμή, μέσα στην φιλοσοφία, προς τα μέσα της δεκαετίας 1970, εν μέρει σαν μια διαστρεβλωμένη κι αναπάντεχη συνέπεια της πάλης του Μαοϊσμού σε δυο μέτωπα. Πράγματι, η υπόθεση του αριστερισμού από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα γίνεται τόσο κυρίαρχη, για να μην πούμε ομόφωνη, ώστε, για να ορισθούν οι ριζικές αποκλίσεις από τη σωστή γραμμή της, επινοούνται καινούργια επίθετα, όπως “ακραίος αριστερισμός” ή “ψευτο-αριστερισμός.” [Όπως είπα πιο πριν, η πρώτη απ’ αυτές τις ταμπέλες επίσης συχνά χρησιμοποιείται κι από τους συνήθεις φιλελεύθερους ή σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτό –ίσως να είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτουν– μπορούν τουλάχιστον να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση ότι κι αυτοί επίσης είναι οι ιππότες με τις λαμπερές πανοπλίες, που έρχονται να διασώσουν πολιτικά, ή μάλλον ηθικά, τον γνήσιο αριστερισμό.]

2. Για τις δυο πηγές του σύγχρονου αριστερισμού

Με την αντιστροφή του κατηγορητήριου του Λένιν, η υπόθεση του αριστερισμού, μέσα στις περασμένες λίγες δεκαετίες, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πια πάρει δυο βασικές μορφές. Βέβαια, κι οι δυο μπορούν να εξηγηθούν και συχνά να βρουν και τα στηρίγματά τους στη βάση κάποιων σημαντικών αναφορών μέσα στο βαρύ πυροβολικό της ορθόδοξης Μαρξιστικής θεωρίας. Μ’ αυτή την έννοια, κι οι δυο παραμένουν αγκυροβολημένες μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας του Μαρξισμού. Κι αυτός είναι επίσης ο λόγος που μερικές φορές ισχυρίζονται αυτοί οι αριστερισμοί ότι ενσαρκώνουν την αυθεντική κίνηση του κομμουνισμού. Επομένως, πρέπει να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατό μια Μαρξιστική ή Μαοϊκή ιδέα να χρησιμοποιείται σαν ένα κομμάτι της σύγκρουσης ενάντια στο συνολικό “κυρίαρχο λόγο” του Μαρξισμού-Λενινισμού-Μαοϊσμού. Εδώ, πιθανόν ένας άλλος υπαινιγμός, που έκανε ο Λένιν στο φυλλάδιό του για τον αριστερισμό, να μπορεί να ανοίξει έναν χρήσιμο δρόμο: “Ο ασφαλέστερος τρόπος για να δυσφημήσει και να βλάψει κανείς μια καινούργια πολιτική ιδέα (κι όχι μόνο πολιτική) είναι να την αναγάγει σ’ έναν παραλογισμό κάτω από το πρόσχημα της υπεράσπισής της.”

Η πρώτη μεγάλη εκδοχή του αριστερισμού περιλαμβάνει μια κάθαρση της κεντρικής Μαρξιστικής ιδέας της αντίφασης, την οποίαν την αναγάγει σε μια άμεση, αδιαμεσολάβητη και συχνά ρητά αντιδιαλεκτική αντίθεση, όπως, π.χ., των μαζών ενάντια στο κράτος. Ιδιαίτερα, μεταξύ των αποκαλούμενων Νέων Φιλοσόφων στη Γαλλία, σχεδόν όλοι από τους οποίους ήταν πρώην κομμουνιστές ή ειδικότερα αποστάτες πρώην Μαοϊκοί, η κάθαρση της Μαρξιστικής αντίφασης συχνά διατυπώνεται μέσα από τις παλιότερες έννοιες του κράτους και των πληβείων. Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, γνωρίζουμε φυσικά ότι “η εποχή μας, η εποχή της μπουρζουαζίας,” αν ακόμη συνεχίζει να είναι η εποχή μας, “έχει απλουστεύσει τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Η κοινωνία σαν ένα σύνολο όλο και περισσότερο διαιρείται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις, που είναι αντιμέτωπες απευθείας η μια με την άλλη: την μπουρζουαζία και το προλεταριάτο” [το “διαιρείται” με την έννοια της σχάσης, όπως το καταλαβαίνει ο Λακάν ή ο Μάο. Η ίδια διαδικασία επίσης εκφράζει το όνειρο της “μεγάλης πολιτικής,” της Großpolitik με τη Νιτσεϊκή έννοια, η οποία βασίζεται σε μια τέτοια “διαίρεση σε δυο της ιστορίας της ανθρωπότητας.”] Αλλά τώρα αυτή η διαίρεση ή η σχάση δεν φέρνει πια αντιμέτωπους την μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, αλλά μάλλον, σε μια εξίσου ηρωική, αλλά τελικά ατελέσφορη διαπροσωπική σύγκρουση, τις άμορφες μάζες ενάντια στην πλεονασματική μορφή του κράτους, όπως αυτό διαμορφώνεται κάτω από το μοντέλο της γενικής εικόνας των Γκούλαγκ.

Τότε, η πολιτική, ακόμη κι αν είναι το όνομα της ταξικής πάλης, φέρνει διηνεκώς αντιμέτωπες τις ίδιες ζωτικά δημιουργικές μάζες με το ίδιο ολέθριο καταπιεστικό σύστημα. “Μ’ αυτή την έννοια, η ‘μαζιστική’ [massist] ιδεολογία, που προέκυψε από το 1968, διαπρέπει στην ισοπέδωση της διαλεκτικής ανάλυσης,” παρατηρεί ο Μπαντιού στην Θεωρία των Αντιφάσεων: “Πάντοτε οι ίδιες ένδοξες μάζες ενάντια σε μια πανομοιότυπη εξουσία, εκείνη του αναλλοίωτου συστήματος.” [11] Όχι μόνο αποτυγχάνει αυτή η άποψη της πολιτικής να λάβει υπόψη της πώς ένα κίνημα προχωρεί συλλογικά, σαν σύνολο, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, πέρα από τις διαιρέσεις, οι οποίες λειτουργούν για την αποδιοργάνωση, την κατάργηση και το μετασχηματισμό του συνόλου αυτού από τα μέσα: “Δεν είναι ποτέ ούτε ‘οι μάζες,’ ούτε ‘το κίνημα,’ οι παράγοντες εκείνοι που διεκπεραιώνουν συλλογικά τη γέννηση του νέου, αλλά είναι αυτό που μέσα τους διαιρεί, διαχωρίζεται από το παλιό.” [12] Αλλά, επιπλέον, αντί να σηματοδοτεί μια ριζικά νέα ανακάλυψη, η γοητεία αυτής της μαζικής εκδοχής του αριστερισμού σαν μια ακραία μορφή του γενόσημου (generic) κομμουνισμού ήδη είχε αποτελέσει τον κύριο στόχο των επίμονων επιθέσεων, πριν από περισσότερο από ένα αιώνα, στα μάτια του Μαρξ και του Ένγκελς: “Όλες αυτές οι τολμηρές αναθεωρήσεις, οι οποίες υποτίθεται ότι εγείρουν το ζήτημα της εκπληκτικής καινοτομίας των περιθωριακών κι εναντιωνόμενων μαζών στον ‘ολοκληρωτικό’ Μαρξισμό-Λενινισμό –αποτελούν κατά λέξη αυτό που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, στην Γερμανική Ιδεολογία, έπρεπε να κατακομματιάσουν, γύρω από το 1845!– ώστε να καθαρίσουν το έδαφος για μια τελικώς συνεκτική συστηματοποίηση των επαναστατικών πρακτικών της εποχής τους.” [13]

Το γεγονός ότι ο ολοκληρωτισμός είναι ο πραγματικός στόχος αυτής της αντιδιαλεκτικής αντίθεσης μαζών-κράτους θα έπρεπε να μας προειδοποιήσει ότι η εμμονή ενάντια στην καταπίεση τελικά αντικρούει την ιδέα αυτού που αρχικά θα μπορούσε να εμφανισθεί σαν μια δεσμευτική υπόσχεση πίστης στην αδυσώπητα δημιουργική δύναμη της λαϊκής αντίστασης: “Είναι ασυνεπές να διαβάζουμε μέσα στην ιστορία την απανταχού παρούσα αντίθεση μεταξύ των μαζών και του κράτους, να διαβεβαιώνουμε ότι είμαστε με το μέρος των πληβείων και μετά να προφητεύουμε δογματικά κι αποκλειστικά την εξουσία και τα πολυποίκιλα κόλπα του θριαμβεύοντος κράτους.” [14] Όμως, σε μια σπουδαία συλλογή δοκιμίων, που έφεραν τον τίτλο Η Τρέχουσα Κατάσταση στο Φιλοσοφικό Μέτωπο, η Ομάδα Φιλοσοφίας Γιανάν της Μαοϊκής Ένωσης των Γάλλων Κομμουνιστών (UCFML) υποστηρίζει ότι όλες οι ρεβιζιονιστικές τάσεις της Γαλλικής διανόησης στη δεκαετία 1970, όχι μόνο από μεριάς των νέων φιλοσόφων, όπως του Αντρέ Γκλυκσμάν, του Κριστιάν Ζομπέ ή του Γκυ Λαρντρώ, αλλά επίσης και κάποιων Ντελεζιανών κι ακόμη και Αλτουσεριανών και Λακανικών, μπορούν να θεωρηθούν ότι προϋποθέτουν μια τέτοια κατηγορηματική αντίθεση. “Παντού η αντικατάσταση της ταξικής πάλης από το ζευγάρι μάζες-κράτος: όλο κι όλο αυτό είναι ό,τι υπάρχει,” διαβάζουμε στην εισαγωγή: “Η πολιτική ουσία αυτών των ‘φιλοσοφιών’ αποθανατίζεται στην παρακάτω αρχή, μια αρχή πικρής αγανάκτησης για όλη την ιστορία του εικοστού αιώνα: ‘Για να είναι καλή η επανάσταση των μαζών ενάντια στο κράτος, χρειάζεται να εγκαταλειφθεί ο ταξικός προσανατολισμός του προλεταριάτου, να απαλειφθεί ο Μαρξισμός, να γίνει μισητή η ίδια η ιδέα του ταξικού κόμματος.’” [15] Η συνέπεια τέτοιων επιχειρημάτων είναι, τότε, είτε μια πλήρης άρνηση των ανταγωνιστικών αντιφάσεων ή, αλλιώς, μια χαρούμενη αναγνώριση μόνο της επιφανειακής φαινομενικότητας των ανταγωνισμών. “Ονειρεύονται έναν τυπικό ανταγωνισμό, μέσα σ’ ένα κόσμο σπασμένο στα δυο, χωρίς να έχουν κανένα άλλο όπλο από την ιδεολογία. Τους αρέσει η επανάσταση, όταν δηλώνεται στην καθολικότητά της, αλλά βρίσκονται πίσω σε σχέση με την πολιτική, που αποτελεί τον πραγματικό μετασχηματισμό του κόσμου μέσα στην ιστορική ιδιαιτερότητά του.” [16]

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, που στο πλαίσιο της Μαοϊκής διατύπωσης συχνά εμφανιζόταν κάτω από το όνομα του ανταγωνισμού, σ’ αυτή την πρώτη εκδοχή του αριστερισμού, γίνεται, με τον τρόπο αυτό, το αξίωμα της ριζικής διαφωνίας ή της εξωτερικής τοποθέτησης απέναντι σε μια κατανόηση της κοινωνίας –της καπιταλιστικής ή της κομμουνιστικής– μ’ απόλυτους όρους, σαν σύστημα καταπίεσης. Σαν κάποιος που, περισσότερο από την φιλοσοφία, ταυτίζομαι με την κριτική της λογοτεχνίας, ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για τις αισθητικές μορφές, που παίρνει σήμερα αυτός ο τρόπος κατανόησης της πολιτικής. Απ’ αυτή την άποψη, θα έλεγα ότι βρισκόμαστε πλήρως κάτω από την επιρροή ενός μελοδραματικού τρόπου παρουσίασης, με την έννοια που ο Λουί Αλτουσέρ, σ’ αυτό που ίσως να είναι το καταπληκτικότερο και το λιγότερο ξεπερασμένο κείμενο στο βιβλίο του Για τον Μαρξ, κι εννοώ το άρθρο του για το υλιστικό θέατρο του Μπερτολάτσι και του Μπρεχτ, ορίζει τη μελοδραματική συνείδηση σαν μια ψεύτικη διαλεκτική της καλής κακής συνείδησης. “Μ’ αυτή την έννοια, το μελόδραμα είναι μια ξένη συνείδηση σαν επίχρισμα πάνω σε μια πραγματική κατάσταση,” γράφει ο Αλτουσέρ: “Κάποιος παρουσιάζεται σαν ‘ένας από το λαό,’ όταν παίζει σκερτσόζικα το ρόλο του να βρίσκεται πάνω από τις μεθόδους του. Γι’ αυτό είναι ουσιαστική ανάγκη, όταν παίζει κανείς το ρόλο του να είναι (ή να μην είναι) με το λαό, να δείχνει το λαό σαν να ήταν ο λαός του λαϊκού ‘μύθου,’ ο λαός με τη γεύση του μελοδράματος.” [17] [Όχι ακριβώς η σαπουνόπερα των Σαρκοζύ και Μπενί στην Γαλλία, αλλά ένα μελόδραμα σαν την ίδια τη δομή μιας “αριστερίστικης” πολιτικής –θυμηθείτε τον AMLO στις εκλογές στο Μεξικό το 2006: από τη μια μεριά, η σύγκρουση φτωχών με το κράτος κι, από την άλλη μεριά, η επιδίωξη της κρατικής αναγνώρισης μέσω του ανώτερου εκλογικού βήματος.]

Ο Ζακ Ρανσιέρ, ο οποίος παρεμπιπτόντως θα αναποδογυρίσει αυτή την κατηγορία και θα τη στρέψει εναντίον του πρώην δασκάλου του, προτείνει μια παρόμοια ανάγνωση της μελοδραματικής αντίφασης του αριστερισμού, σε μια κριτική του βιβλίου του Γκλυκσμάν Ο Μάγειρας κι ο Φαγάς του Ανθρώπου: “Όλο το βιβλίο αποτελεί μια οργανωμένη προσπάθεια, βασισμένη πάνω στην αποκάθαρση της αντίφασης: από τη μια μεριά, η εξουσία κι ο λόγος (discourse) των αφεντών (φιλοσόφων, βασιλιάδων, Ιακωβίνων, Μαρξιστών κ.λπ.), που είναι οργανωμένοι σύμφωνα με τους κανόνες της κρατικής καταστολής. Από την άλλη μεριά, η τάξη που δεν έχει καμιά δύναμη, η τάξη των πληβείων, της καθαρής γενναιοφροσύνης, της οποίας ο λόγος εκφράζει μόνο την επιθυμία να μην υπάρχει η καταπίεση.” [18] Όμως, τέτοιες απλοϊκές αντιφάσεις μεταξύ των καταφρονεμένων της γης και της φασιστικής κρατικής εξουσίας δεν μπορούν πουθενά να βρεθούν στην πραγματικότητα. Ούτε κι οι πληβείοι μπορούν ξεκάθαρα να ορισθούν σαν εκείνοι που αποκλείονται από την εξουσία ή σαν αυτοί που δεν έχουν καμιά δύναμη: “Πουθενά δεν εξαντλείται η σύγκρουση της εξουσίας με την μη εξουσία. Παντού η αποστολή του κράτους σκοντάφτει πάνω, όχι σε πληβείους, αλλά σε τάξεις, σ’ εταιρίες, σε συλλογικότητες και στους κανόνες τους, στις μορφές της αναγνωρισιμότητας και της δημοκρατίας που έχουν, αλλά επίσης και στις μορφές των αποκλεισμών και της καταπίεσης που διατηρούν.” [19]

Ο Ρανσιέρ βγάζει ένα σημαντικό συμπέρασμα απ’ αυτή την ανάγνωση του αριστερισμού, το οποίο μας φέρνει πίσω στην ανολοκλήρωτη δουλειά του Μαρξ. “Να ποια είναι τα πιθανά μαθήματα απ’ αυτή τη σύγκρουση: ότι ποτέ δεν υπάρχει κανένας καθαρός λόγος (discourse) της προλεταριακής δύναμης, ούτε κι ο λόγος αυτών που δεν έχουν καμιά δύναμη,” συμπεραίνει ο Ρανσιέρ: “Η δύναμη της σκέψης του Μαρξ –αλλά ίσως ακόμη κι ο χαρακτήρας της δυσκολίας για τη στήριξή της– αναμφίβολα βρίσκεται στην προσπάθεια να διατηρηθούν αυτές οι αντιφάσεις, οι οποίες από τότε παρουσιάζονταν είτε σαν τα αστυνομικά παραμύθια για την προλεταριακή δύναμη ή σαν τα βουκολικά όνειρα για την πληβειακή μη δύναμη.” [20] Μ’ άλλα λόγια, αντί να καθαρίζει την αντίφαση σε μια απόλυτη εξωτερικότητα, ο σκοπός του αριστερισμού ήταν να βρίσκει τα σημεία της διάρθρωσης, όπου η εξουσία κι η αντίσταση, ή η δύναμη κι η μη δύναμη, δένονται μεταξύ τους, για να αποτελέσουν ένα μοναδικό μπλεγμένο κόμπο.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο μεγάλο παράδειγμα του σύγχρονου αριστερισμού, η κύρια πηγή του οποίου βρίσκεται, για την ακρίβεια, στην αρχή της απόλυτης εμμένειας (immanence) μεταξύ της εξουσίας και της αντίστασης. Μ’ άλλα λόγια, αντί να προϋποθέτει την ιδέα μιας ριζικής ρήξης, η δεύτερη αυτή εκδοχή θέλει να ακολουθήσει το σχέδιο της δυνητικής (virtual) ύπαρξης του κομμουνισμού μέσα στον καπιταλισμό. Ίσως θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι, αντί ή μάλλον ενάντια στις διεφθαρμένες μορφές του “πραγματικά υπαρκτού κομμουνισμού,” η εκδοχή αυτή ιχνηλατεί την πορεία του “δυνητικά υπαρκτού κομμουνισμού.”

Επίσης, κι η δεύτερη αυτή εκδοχή κατέχει κάποια ατράνταχτα διαπιστευτήρια της Μαρξιστικής ορθοδοξίας. Πέρα από το περίφημο κομμάτι του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, όπου ο Μαρξ κι ο Ένγκελς περιγράφουν πώς “η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας […] υπονομεύει κάτω από τα πόδια της τα ίδια τα θεμέλια, πάνω στα οποία η μπουρζουαζία παράγει κι ιδιοποιείται τα προϊόντα,” έτσι ώστε, “επομένως, αυτό που, πάνω απ’ όλα, παράγει η μπουρζουαζία να είναι οι δικοί της οι νεκροθάφτες,” σκέφτομαι και μια από τις επιστολές στην αληθινά συναρπαστική αλληλογραφία του Μαρξ με τον Ρούγκε, στην οποίαν ο Μαρξ δείχνει πώς οι συνθήκες για τη νέα κοινωνία είναι ήδη παρούσες μέσα στην παλιά κοινωνία. “Η αλλαγή της συνείδησης συνίσταται μόνο στο να κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει τη δική του συνείδηση, να την ξυπνήσει από το όνειρό του για τον εαυτό του, να της εξηγήσει τη σημασία των δικών του δράσεων,” γράφει ο Μαρξ στο νεαρό Χεγκελιανό φίλο του: “Τότε θα καταστεί προφανές ότι ο κόσμος για καιρό ονειρευόταν να κατέχει κάτι, για το οποίο το μόνο που χρειάζεται είναι να είναι συνειδητοποιημένος, για να το κατέχει στην πραγματικότητα. Θα καταστεί προφανές ότι δεν είναι ζήτημα χάραξης μιας μεγάλης διανοητικής γραμμής μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, αλλά της πραγματοποίησης των σκέψεων του παρελθόντος. Τέλος, θα καταστεί προφανές ότι η ανθρωπότητα δεν αρχίζει κάποιο νέο έργο, αλλά συνειδητά επιτελεί το παλιότερο έργο της.” Εδώ, η εικόνα του χρόνου δεν αντιστοιχεί πλέον στη θεολογική έννοια της ρήξης, αλλά στην έννοια μιας αναδίπλωσης ή μιας πτύχωσης. Δεν είναι ζήτημα ξεπετάγματος προς τα μπρος, αλλά σύλληψης του νέου, που βρίσκεται παραμορφωμένο μέσα στο παλιό. Όχι να χωρίσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας σε δυο μισά, μ’ ένα πριν κι ένα μετά, σύμφωνα με μια Νιτσεϊκού στυλ μεγαλόσχημη πολιτική, αλλά μάλλον να εξιχνιάσουμε τις λανθάνουσες τελικότητες μέσα στην υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, ώστε να αφυπνίσουμε και να ισχυροποιήσουμε το δυναμικό της για αντίσταση, ανατροπή και καταστροφή.

Πράγματι, μετά την αποκάθαρση του ανταγωνισμού, που βασίζεται στην αρχή, σύμφωνα με την οποία “το ένα διαιρείται σε δυο,” μπορούμε να δούμε ότι η ίδια εμμένεια σαν φιλοσοφική έμπνευση μιας δεύτερης μορφής του αριστερού κομμουνισμού βρίσκει το στήριγμά της ακόμη σε μια άλλη Μαοϊκή αρχή, συγκεκριμένα, σ’ εκείνη σύμφωνα με την οποία “όπου υπάρχει καταπίεση, υπάρχει κι εξέγερση.” Για την ακρίβεια, η εξέγερση σ’ αυτήν την περίπτωση προηγείται οντολογικά της καταπίεσης. Πράγματι, έναν τέτοιο τρόπο σκέψης μπορούμε να βρούμε σε διάφορες μορφές, από τον Μισέλ Φουκώ ως τον Ζιλ Ντελέζ κι ως τον Τόνι Νέγκρι. “Ακόμη περισσότερο, στις τελευταίες αναλύσεις της εξουσίας υποστηρίζεται ότι η αντίσταση έρχεται πρώτη,” όπως γράφει ο Ντελέζ στο βιβλίο του για τον Φουκώ: “Επομένως, δεν υπάρχει κανένα διάγραμμα, το οποίο να μην περιλαμβάνει, πέρα από τα σημεία που συνδέει, κι άλλα σχετικά ελεύθερα ή απεριόριστα σημεία, που είναι στοιχεία δημιουργίας, μεταβολής, αντίστασης, κι ίσως θα έπρεπε να αρχίζαμε απ’ αυτά για να καταλαβαίναμε το όλο.” [21] Ακόμη κι ο Μπαντιού προτείνει αυτή την ίδια ιδέα στο πλαίσιο της παλιότερης επίθεσής του εναντίον του Ντελέζ, μνημονεύοντας απευθείας τη ρήση του Πρόεδρου Μάο: “Όπου υπάρχει καταπίεση, υπάρχει κι εξέγερση,” στην οποία ο Μπαντιού προσθέτει: “Αλλά είναι η εξέγερση αυτή που, όταν έρθει η ώρα της, κρίνει τη μοίρα της καταπίεσης κι όχι αντίστροφα.” [22] Ακόμη κι ο Γκλυκσμάν, που ποτέ δεν μένει πίσω, αν είναι να ακολουθήσει κάτω από τη σκιά των αυθεντικών διανοητών της χειραφέτησης, οικειοποιείται κι ο ίδιος την αρχή αυτή, όταν στον Μάγειρα και τον Φαγά του Ανθρώπου, παρατηρεί: “Στην αρχή υπήρχε η αντίσταση.” [23] Όμως, απ’ αυτήν την οντολογική πρωτοκαθεδρία της αντίστασης, η προσοχή των Νέων Φιλοσόφων γρήγορα στρέφεται πάλι προς την ακαταμάχητη εξουσία της καταπίεσης, όπως αυτό καταδεικνύεται από την φοβέρα του κράτους. “Γι’ αυτό το λόγο τα πολιτικά συμπεράσματα του Γκλυκσμάν είναι ιδιαίτερα απεγνωσμένα,” όπως ισχυρίζονται ο Μπαντιού κι ο François Balmès στο βιβλίο τους Για την ιδεολογία: “Μας λεει ‘Εκεί όπου τελειώνει το κράτος, αρχίζει το ανθρώπινο ον,’ αλλά ως προς τη λαϊκή πάλη ενάντια στο κράτος, αναπολεί μόνο τη σκυθρωπή κι επαναληπτική διάρκεια, το άπειρο πείσμα, ενώ πουθενά δεν ξεχωρίζει κανένα οποιοδήποτε επίτευγμα του ανθρώπινου όντος σ’ αυτή τη συνεχιζόμενη συσσώρευση της δύναμης. Διαβάζοντάς τον, σαν να φαίνεται ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι έτοιμο να αρχίσει.” [24]

Εν κατακλείδι, είναι μια ορισμένη αριστερίστικη και πρώην Μαοϊκή απόκλιση αυτή που, από τη μια μεριά, αναμασάει το μελόδραμα του διαιρημένου στα δυο κόσμου. Δεν είναι τόσο “Το ένα διαιρείται στα δυο,” όσο “Το δυο φορές το ένα,” βασισμένο πάνω σε μια αρχή της απόλυτης εξωτερικότητας και διάστασης. Από την άλλη μεριά, βρίσκουμε έναν αριστερό κομμουνισμό, βασισμένο πάνω στην εμμενή αντιστρεψιμότητα μεταξύ της εξουσίας και της αντίστασης, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού ή ακόμη και της αυτοκρατορίας και του πλήθους, σαν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει πλέον το έξω, αλλά ούτε υπάρχει κι η προστατευτική σκεπή ενός προσυγκροτημένου μέσα, αφού και το μέσα και το έξω δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα απατηλά άκρα μιας διαλεκτικής, η οποία είναι τώρα, μέσα στη νέα παγκόσμια τάξη, εντελώς ξεπερασμένη, πέρα από τη μορφή των νοσταλγικών και μελοδραματικών παλινδρομήσεων. “Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός,” χωρίς όμως να χρειάζεται ποτέ να στηριζόμαστε σ’ έναν ιδεαλιστικό Hintenwelt, “σ’ έναν κόσμο πίσω από τον κόσμο.” Αν ακόμη υπάρχει το δυο απ’ αυτήν την άποψη, δεν απαιτεί πλέον τη διαίρεση, τόσο όσο το δέσιμο και το λύσιμο του κόμπου.

3. Η τρέχουσα κατάσταση και το έργο μας ή ο κομμουνισμός στην Κοτσαμπάμπα

Πού λοιπόν στεκόμαστε σήμερα σε σχέση με τη διαπάλη μεταξύ του αριστερού κομμουνισμού και του Αλφάβητου του Μαρξισμού; Τα πάντα φαίνονται να δείχνουν ότι, μέσα σε μια εποχή, που είναι σημαδεμένη από την κρίση του καπιταλιστικού κοινοβουλευτισμού και της κομματικής μορφής της πολιτικής εν γένει, το μόνο που έχει μείνει στα μάτια των πλέον ριζοσπαστικών σύγχρονων διανοητών είναι η απεριόριστη κι αυθόρμητη καταφατική ενέργεια του καθαρού κομμουνισμού, απαλλαγμένου απ’ όλα τα ιστορικά συμβιβαστικά δεσμά του, που κάποτε στηριζόταν πάνω στα τώρα κακόφημα ονόματα των Μαρξ, Λένιν, Στάλιν ή Μάο.

Για παράδειγμα, ακόμη και μέχρι το 1982, στην Θεωρία του Υποκειμένου, ο Αλαίν Μπαντιού συνέχιζε να συμπεριλαμβάνει τον κομμουνισμό μεταξύ αυτών που ονόμαζε, με μια χαριτωμένη αναφορά σ’ ένα από τα σεμινάρια του Λακάν, οι “τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες του Μαρξισμού,” μαζί με την πάλη των τάξεων, τη δικτατορία του προλεταριάτου και την επανάσταση. Τι συμβαίνει τότε, όταν απ’ αυτές τις τέσσερις θεμελιώδεις ιδέες, κρατιέται μόνο εκείνη του κομμουνισμού –επιπρόσθετα ανυψωμένη στην υπόσταση της Πλατωνικής ή της Καντιανής Ιδέας; Είναι ακόμη θεμιτό να συνδέουμε μια τέτοια “Ιδέα” του κομμουνισμού με τον Μαρξισμό (και την ιστορία του) σαν πολιτική; Και, πιο γενικά, ακόμη κι αν θεωρούμε κλειστή ή κορεσμένη την περίοδο, κατά την οποία η πολιτική μπορούσε, από ιστορικής πλευράς, να αναφέρεται στον Μαρξισμό, τι να κάνουμε με τα τελευταία καλέσματα του Μπαντιού για έναν πλήρη διαχωρισμό της κομμουνιστικής υπόθεσης από την κομματική μορφή της πολιτικής κι από τις δομές του κράτους; [25]

Αναφορικά με το ζήτημα του κομμουνισμού και του κράτους, γράφει ο Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: “Στο επίπεδο της υποκειμενικότητας, η συγκεκριμένη ιστορία των κομμουνισμών (αναφέρομαι σ’ αυτούς εδώ με βάση την κοινή τους ταυτότητα, των κομμάτων, των ομάδων, των στρατευμένων μαχητών, που είναι υπάκουα στελέχη ή διαφωνούντες) δεν στηρίζεται σε κανένα ‘παραδεισένιο’ κράτος, το οποίο λειτουργεί μόνο σαν μια τυχαία αντικειμενικοποίηση.” Και πιο κάτω προσθέτει: “Υπάρχει μια υπόθεση, η οποία είναι ισχυρότερη κι απλούστερη: είναι το ότι η πολιτική κι, άρα, η υποκειμενική ιστορία του κομμουνισμού ουσιαστικά είναι διαχωρισμένες από τις ιστορίες τους σαν κράτος.”

Αναφορικά όμως με το Λενινιστικό κόμμα, να τι συμπεράσματα βγάζει ο Μπαντιού στην “Υπόθεση του Κομμουνισμού,” ένα κεφάλαιο από το μικρό του βιβλίο Για τη Σημασία του Σαρκοζύ, όπου στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει μια περιοδολόγηση, που μπορεί ήδη να βρεθεί, σε κάποια σημεία αυτολεξεί, στην Θεωρία του Υποκειμένου: “Το κόμμα υπήρξε ένα κατάλληλο εργαλείο για την ανατροπή των εξασθενισμένων αντιδραστικών καθεστώτων, αλλά αποδείχθηκε ότι δεν είναι καθόλου προσαρμοσμένο για την οικοδόμηση της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου,’ με την έννοια που εννοούσε ο Μαρξ –δηλαδή, σαν ένα προσωρινό κράτος, το οποίο οργανώνει τη μετάβαση στο μη κράτος, τον διαλεκτικό ‘εξαφανισμό’ του. Αντίθετα, το κόμμα-κράτος εξελίχθηκε σε μια νέα μορφή αυταρχισμού,” μ’ αποτέλεσμα η τελευταία ιστορική πραγμάτωση της κομμουνιστικής υπόθεσης, μεταξύ του 1917 και του 1976, να καταλήξει να στοχεύει στην ίδια τη μορφή του κόμματος: “Οι τελευταίες μεγάλες αναστατώσεις της δεύτερης περιόδου –η Πολιτιστική Επανάσταση κι ο Μάης του 68, με την ευρεία έννοια– μπορούν να κατανοηθούν ως προσπάθειες επικεντρωμένες πάνω στην ανεπάρκεια του κόμματος.” [26]

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε με μια κομμουνιστική υπόθεση, από την οποία όλοι οι παραδοσιακά εμπλεκόμενοι όροι –το κόμμα, τα συνδικάτα, τα κοινοβούλια κι οι λοιποί εκλογικοί-δημοκρατικοί μηχανισμοί στο Αλφάβητο του Μαρξισμού του Λένιν– έχουν αφαιρεθεί ή έχουν χτυπήσει την κάρτα της εξόδου, για να αφήσουν στη θέση της μόνο την αυτόνομη δράση των μαζών για την υλοποίηση των αναλλοίωτων αρχών του κομμουνισμού (δηλαδή, των ιδεολογικών στοιχείων, τα οποία αντιτίθενται στην ιδιοκτησία, την εξουσία, την ιεραρχία, όπως είχαν αρχικά ορισθεί το 1976 από τον Μπαντιού και τον Balmès στο Για την Ιδεολογία), αλλά πάντοτε βρίσκονται σ’ απόσταση από το κράτος; Δεν έχουμε τότε επιστρέψει στο σχήμα του αριστερού κομμουνισμού;

Φυσικά, στην παρούσα εποχή του τρόμου και της κρίσης, ή της κρίσης και του τρόμου, ο αριστερισμός πάντα προσφέρει έναν ελκυστικό ηθικό-δεοντολογικό υψηλό χώρο. Πράγματι, το κάλεσμα της υπόθεσης του αριστερισμού φαίνεται μια χαρά να αντιστοιχεί στην άνοδο, σε μια παγκόσμια στροφή, της δεξιάς, μόνο με λίγες εξαιρέσεις παγκοσμίως, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει την αναζωπύρωση διάφορων μορφών θεωρητικού αριστερισμού μέσα στην ονομαζόμενη ριζοσπαστική φιλοσοφία σήμερα. Σε μια κατάσταση αχαλίνωτου συντηρητισμού κι απερίφραστων αντιδραστικών πολιτικών, ιδίως στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, όπου ο Ομπάμα αντιμετωπίζει μια απίθανη παράδοση πλιάτσικου κι αρπαγών, όπως εδραιώθηκαν σε μια πρωτόγνωρη κλίμακα μηδενισμού και καταστροφής κάτω από τα χρόνια των θητειών του Μπους, όταν οι νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης είναι ήδη ανύπαρκτες ή ανεπαρκώς διαρθρωμένες, η πλέον δελεαστική στάση είναι πράγματι εκείνη του αριστερίστικου ιδεαλισμού ή τυχοδιωκτισμού.

Ο αριστερισμός, μ’ άλλα λόγια, εμφανίζεται σήμερα σαν η όμορφη ψυχή του κομμουνισμού, πλην όμως, θα πρόσθετα ότι, χωρίς την ψυχή αυτή, η κομμουνιστική Ιδέα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ίσως το άδειο κέλυφος ενός σώματος, αν όχι ενός εφησυχαστικά βαλσαμωμένου και μουμιοποιημένου σώματος. Αντίστροφα, όποτε εγείρεται το ζήτημα της οργάνωσης, τα παλιά φαντάσματα του Λενινισμού, της σιδερένιας κομματικής πειθαρχίας και της κριτικής του συνδικαλισμού και του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, αναπόφευκτα ξανασηκώνουν το άσχημο παράστημά τους. Μ’ αυτή την έννοια, ξέρω ότι πολλοί από εσάς θα υποστηρίζατε ότι είχαμε αρχίσει με μια λάθος κίνηση παίρνοντας σαν σημείο της εκκίνησής μας το φυλλάδιο του Λένιν για τον αριστερό κομμουνισμό με τα αδιέξοδά του μεταξύ κοινωνικού κινήματος και κομματικής οργάνωσης, ή μεταξύ αναρχισμού και κράτους.

Όμως, στους τελικούς σχολιασμούς μου, θα ήθελα να εξετάσω κάποιες από τις προϋποθέσεις, που βρίσκονται πίσω από το φερόμενο αυτό αδιέξοδο, και να εστιασθώ πάνω σ’ έναν άλλο κύριο κομμουνιστή διανοητή της εποχής μας και συγκεκριμένα στο συνεργάτη του Έβο Μοράλες κι αντιπρόεδρο της κυβέρνησης της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα (Álvaro García Linera), ο οποίος είναι ο συγγραφέας όχι μόνο δυο σημαντικών βιβλίων για τον Μαρξ και τον Μαρξισμό, γραμμένων ενώ εξέτινε στην φυλακή στην δεκαετία 1990 την ποινή του, έχοντας κατηγορηθεί για ανατρεπτική δραστηριότητα, αλλά όντας επίσης και συγγραφέας μιας βασικής συλλογής των κοινωνιολογικών κειμένων του, που εκδόθηκαν στις αρχές του 2009 στην Αργεντινή κάτω από τον τίτλο Η Δύναμη των Πληβείων (La potencia plebeya).

[Εδώ, παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να προσθέσω πόσο έχω στεναχωρηθεί που ο Γουάνγκ Χούι (Wang Hui) δεν τα κατάφερε να έρθει στο συνέδριο αυτό. Θα ήθελα να συνεχίζαμε το διάλογο, που είχαμε αρχίσει μαζί πριν ενάμισι χρόνο στο Κορνέλ, όπου συζητούσαμε όχι μόνο για τον Μαοϊσμό, που βρίσκεται στη βάση πολλών από τα πιο αυθεντικά χειραφετικά πολιτικά φαινόμενα σ’ όλον τον κόσμο σήμερα, αλλά και για μια παράτολμη υπόθεση, ότι το κλειδί για την ανανέωση του κομμουνισμού στο μέλλον, όπως αναμφίβολα ο Σάντρο Ρούσο θα συμφωνούσε μαζί μου, θα μπορούσε να αναζητηθεί μάλλον στις συνεργασίες περιφέρειας-με-περιφέρεια, π.χ., μεταξύ Ιαπωνίας και Βραζιλίας ή μεταξύ Κίνας και των Τσιάπας, περιφερειακές συνεργασίες που θα παρέκαμπταν τα μητροπολιτικά κέντρα της ονομαζόμενης Παλιάς Ευρώπης. Μ’ αυτήν την έννοια, ο φόρος τιμής, που θα ήθελα να αποτίσω στον Γκαρσία Λινέρα, πρέπει να γίνει κατανοητός και σαν μια προσπάθεια διόρθωσης. Με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ προσπαθήσαμε να τον φέρουμε εδώ, αλλά δυστυχώς αυτό αποδείχθηκε αδύνατο. Θα ήθελα ακόμη να ομολογήσω ότι δεν μπόρεσα ακόμη να διαβάσω το μικρό βιβλίο, που έγραψε ο Γκαρσία Λινέρα μαζί με τον Μάικλ Χαρντ και τον Τόνι Νέγκρι, το οποίο προέκυψε από την επίσκεψη των δυο τελευταίων στην Βολιβία: το βιβλίο αυτό έφθασε μόλις χθες και με περιμένει στο σπίτι μου στη δεύτερη πατρίδα μου το Μεξικό. Σαν μια ταπεινή επανόρθωση λοιπόν θα ήθελα με τα παρακάτω σχόλια να συμβάλω σε μια πολύ στοιχειώδη συμπερίληψη τουλάχιστον κάποιων λίγων πλευρών της Λατινικής Αμερικής, η οποία δυστυχώς είναι απούσα από το πρόγραμμά μας.]

Ο ίδιος ο τίτλος, Η Δύναμη των Πληβείων, για να αρχίσουμε μ’ αυτό, θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αποτίει το χρέος του και στις δυο τις μορφές του αριστερισμού, που περιγράφηκαν πιο πάνω. Επιπλέον, σε πολλά από τα κείμενά του, ο Γκαρσία Λινέρα σφυροκοπεί αδιάκοπα εκείνους τους σεχταριστές, καταστροφολόγους ή μυστικοπαθείς ψευτο-αριστεριστές (“pseudoizquierdistas”), που θα επιβεβαίωναν την ταύτισή τους προφανώς σαν γνήσιοι αριστεριστές. Αλλά φυσικά, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά.

Από την άλλη μεριά, η αναφορά στους πληβείους (ο Λινέρα μιλά για “τους αρματωμένους πληβείους,” “τους επαναστατημένους πληβείους” και “τους εξεγερμένους πληβείους”) πράγματι περιλαμβάνει μια συνεχή προσπάθεια παράκαμψης της κλασικής φιγούρας του προλεταριάτου, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στα μεγάλα εργοστάσια, για χάρη μιας διαφορετικής και πιο ευέλικτης σύνθεσης του επαναστατικού υποκειμένου (μια σύνθεση την οποίαν ο Λινέρα ονομάζει “ετερογενή” [abigarrada], προφανώς δανειζόμενος τον όρο από τον διάσημο Βολιβιανό κοινωνιολόγο René Zavaleta, ενώ στην πραγματικότητα η έννοια και το όνομα του όρου αυτού ήδη εμφανίζονται στο φυλλάδιο του Λένιν για τον αριστερισμό). [27] Επιπλέον όμως, η πληβειακή αναφορά είναι γενικώς συνεπής προς την αριστερίστικη ή λαϊκίστικη προσφυγή και σ’ άλλα ονόματα των άμορφων ή ακόμη ασχηματοποίητων μαζών: από τον όχλο του Χέγκελ ως τους λούμπεν του Μαρξ και του Λακλάου και τις ορδές του Ντελέζ. Όπως εξηγούν ο Ζακ κι η Ντανιέλ Ρανσιέρ σ’ ένα άρθρο τους για τον αριστερισμό στην Γαλλία της δεκαετίας 1970, ονόματα σαν κι αυτά, κι ιδιαίτερα το όνομα των πληβείων, αυτό που υπόσχονται είναι κάποιοι τρόποι παράκαμψης του ζητήματος της εκπροσώπησης σαν εμπόδιο, πάνω στο οποίο προσαράζει κάθε χειραφετική πολιτική:

[…] η φιγούρα του πληβείου εμφανίζεται για εκείνον, που η διανόηση τον αναπαριστά όπως χθες αναπαριστούσε το προλεταριάτο, αλλά, για την ακρίβεια, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που αρνείται την αντιπροσώπευση, καθώς ο πληβείος σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την θετικότητα των βασάνων και του δημόσιου περίγελου και το μερίδιο της άρνησης, της αρνητικότητας, που ο κάθε πληβείος φέρνει μέσα του, καθώς πραγματοποιεί την ενότητα μεταξύ της διανόησης και του λαού […]. [28]

Στη Δύναμη των Πληβείων, αυτή η πολυ-αναζητημένη ενότητα μεταξύ διανόησης και λαού παραδόξως επιχειρεί να αποποιηθεί της κάθε φιγούρας του ενδιάμεσου τρίτου (el tercero incluido), ο οποίος στη Λατινική Αμερική συνήθως είναι ένας λευκός δικηγόρος ή ένας ισπανότροπος μιγάς (ladino) σαν ο άνθρωπος “που γνωρίζει” –η ειρωνεία είναι ότι αυτό ήταν το σύνθημα του Γκαρσία Λινέρα στην εκλογική εκστρατεία του 2006– έτσι ώστε πολλά από τα πλήγματα, που τα δοκίμια της συλλογής αυτής καταφέρουν εναντίον της αντιπροσωπευτικής φιγούρας του διανοούμενου, να μπορούν να διαβαστούν και σαν μια φρόνιμη αυτο-κριτική. Γυρνώντας πίσω στην εμμένεια (immanence) σαν πηγή της δεύτερης εκδοχής του σύγχρονου αριστερισμού, η αναζήτηση αυτή της υπέρβασης της αντιπροσώπευσης αναπτύσσεται περαιτέρω μέσα από την έννοια της potencia στον τίτλο του βιβλίου του Γκαρσία Λινέρα, μιας έννοιας που είναι τόσο δύσκολο να μεταφρασθεί στις μη λατινογενείς γλώσσες, όπως η potenza του Νέγκρι: η “δυνητικότητα” (ή το “εν δυνάμει,” “potentiality” στα Αγγλικά) ηχεί σαν ένας ακρωτηριασμένος Αριστοτελισμός χωρίς την “υπαρκτότητα” (“actuality” στα Αγγλικά) αλά Αγκάμπεν, η “ικανότητα” (“potency” στα Αγγλικά) είναι μια έννοια υπερβολικά σεξιστική και προκατειλημμένα ανδροπρεπής και, παρότι η “δύναμη” (“power” στα Αγγλικά) δημιουργεί μια ολέθρια σύγχυση με τη συνήθη μετάφραση του Ισπανικού poder ή του Ιταλικού potere, εφόσον δεν έχουμε κάτι καλύτερο, ας αποδώσουμε έτσι (σαν “δύναμη”) το “potencia” στα Ελληνικά. Βέβαια, στα Ισπανικά, το επιπλέον καλό με το potencia είναι το γεγονός ότι εύκολα μετατρέπεται σε ρήμα, το potenciar, το οποίο σημαίνει “ισχυροποιώ” (“empower” στα Αγγλικά) ή στην κυριολεξία, “καθιστώ δυνατό/δυναμικό,” αλλά και ταυτόχρονα “πραγματοποιώ” (“actualize” στα Αγγλικά) αυτό που αλλιώς θα παρέμενε ακόμη δυνητικό.

Τα πιο εκπληκτικά τμήματα της Δύναμης των Πληβείων, πράγματι, είναι εκείνα που αναφέρονται στη σύγχρονη συνάφεια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στα οποία ο Λινέρα, επίσης ακολουθώντας το Grundrisse του Μαρξ και τον τρόπο που το διάβασε ο Νέγκρι, ξεσκεπάζει την εμμενή τελικότητα του καπιταλισμού σαν το σύστημα, που ταυτόχρονα περιέχει κι ένα ακόμη αφηρημένο δυναμικό για τον κομμουνισμό. “Η τοποθέτηση του Μαρξ στο Μανιφέστο σε σχέση μ’ αυτήν την καθολικοποίηση του κεφαλαίου συνίσταται απλώς στην κατανόηση των δυναμικών της χειραφέτησης, που είναι κρυμμένα εκεί μέσα, αλλά τα οποία ως τώρα εμφανίζονται παραμορφωμένα και διαστρεβλωμένα κάτω από τον κυρίαρχο καπιταλιστικό ορθολογισμό,” γράφει ο Λινέρα, έτσι ώστε “η κριτική ανάλυση να πρέπει να φέρει στο φως τις τελικότητες, τις χειραφετικές τάσεις της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο, που ουσιαστικά είναι φωλιασμένες μέσα του και τις οποίες οι Μαρξιστές πρέπει να κατανοήσουν και, με κάθε μέσο στη διάθεσή τους, να τις ισχυροποιήσουν.” [29] Αυτό επίσης σημαίνει ότι το δυναμικό των πληβείων, ενώ επί του παρόντος είναι ακόμη υπνωτισμένο κι αφηρημένο, ήδη βρίσκεται μέσα στη δύναμη του κεφαλαίου, αντί να αντιπαρατίθεται απ’ έξω σ’ αυτό μέσω του ονείρου της άρνησης της δύναμής του. Μ’ άλλα λόγια, η πραγματική κίνηση, που καταργεί την τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είναι κανένα υποθετικό ιδεαλιστικό όνειρο, αλλά συνδέεται μ’ ένα γνήσια υλιστικό και κριτικό, αν όχι διαλεκτικό, τρόπο με τις τάσεις και τις τελικότητες, που είναι εγγενείς μέσα στον καπιταλισμό.

Παρόλα αυτά, η δύναμη των πληβείων δεν αναδύεται αυθόρμητα μέσα από την κρίση και την ανικανότητα του καπιταλισμού, γιατί το κεφάλαιο συνεχίζει να αναπαράγεται, να παράγει ακόμη περισσότερο κεφάλαιο –ακόμη και χάρη στις παγκόσμιες κρίσεις, όπως την τρέχουσα. Καθώς ο Μαρξ, παρατιθέμενος από τον Λινέρα, συνήθιζε να λεει, κάτι που θα μπορούσε ίσως να ήταν η τέλια πάσα για την παρέμβαση του Τζιάνι Βατίμο την Κυριακή: “Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν επιτυγχάνονται λόγω της αδυναμίας των ισχυρών, αλλά αποτελούν πάντα την έκβαση της δύναμης των ασθενών.” [30] Η ενδυνάμωση αυτή των ασθενών εξαρτάται από μια μαζική και συχνά βίαια πράξη στρέψης (torsion) ή παραβίασης (forcing), την οποίαν ο Γκαρσία Λινέρα –σπουδασμένος μαθηματικός, που, όπως ο Μπαντιού, αναμφίβολα πιστεύει ότι είναι δυνατό να διδάξουμε μαθηματικά σ’ ένα παιδί τεσσάρων ετών– επίσης ονομάζει καμπυλότητα του κομμουνιστικού αυτο-προσδιορισμού. “Μ’ άλλα λόγια, το κεφάλαιο ξεδιπλώνει το δυναμικό της κοινωνικής εργασίας μόνο σαν μια αφαίρεση, σαν μια δύναμη, η οποία είναι σταθερά υποταγμένη κι ευνουχισμένη από τον ορθολογισμό της εμπορικής αξίας. Το γεγονός ότι οι τάσεις αυτές μπορούν ακόμη να επιπλέουν δεν είναι πια ζήτημα του κεφαλαίου, το οποίο, όσο υπάρχει, δεν πρόκειται ποτέ να τις επιτρέψει να ανθίσουν. Είναι ζήτημα της εργασίας πάνω κι ενάντια στο κεφάλαιο, στη βάση του τι το κεφάλαιο, σαν τέτοιο, έχει κάνει,” συμπεραίνει ο Λινέρα. Και πιο κάτω προσθέτει: “Το σπάσιμο αυτού του προσδιορισμού, η καμπύλωση προς μια άλλη κατεύθυνση του ταξικού χώρου ή, μ’ άλλα λόγια, η δυνατότητα καθορισμού της εργασίας μόνο πάνω στη βάση της ίδιας της εργασίας, είναι ένα ζήτημα της οικοδόμησης της εργατικής τάξης για τον εαυτό της, του προσδιορισμού της εργασίας για τον εαυτό της, απέναντι στην απαλλοτρίωση του κεφαλαίου: είναι το ιστορικό-υλιστικό πρόβλημα του αυτο-προσδιορισμού.” [31]

Απ’ όλες αυτές τις πολύ σύντομες παρατηρήσεις, θα ήθελα να βγάλω δυο συμπεράσματα, τα οποία είναι δυο καθήκοντα σε σχέση με την κομμουνιστική θέση, που πιθανόν να μπορούν τελικά να μας φέρουν μαζί σ’ ένα ενωμένο μέτωπο, στο οποίο η επιχειρηματολογία του Μπαντιού για την αφαίρεση από το κόμμα και το κράτος, για παράδειγμα, δεν θα έπρεπε πια να αποκλείει να πάρουμε στα σοβαρά τις προτάσεις κάποιου σαν τον Γκαρσία Λινέρα.

Το πρώτο καθήκον πρέπει να συνίσταται στην ιστορικοποίηση της κομμουνιστικής υπόθεσης. Όπως έγραφα του Ζίζεκ και του Πήτερ Χώλγουορντ, αμέσως μετά αφού διάβασα το μικρό βιβλίο του Μπαντιού για τον Σαρκοζύ, αυτό που ταυτόχρονα αποτελεί την ομορφιά και την απλότητα της ιδέας, που για πρώτη φορά είχε προταθεί από τους Μπαντιού και Balmès στο Για την Ιδεολογία, είναι το γεγονός ότι ο κομμουνισμός ορίζεται, αφενός, από μια σειρά από αναλλοίωτες αξιωματικές αρχές, οι οποίες συναντώνται κάθε φορά που μια μαζική κινητοποίηση συγκρούεται απευθείας για τα προνόμια της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας και της εξουσίας, κι, αφετέρου, από τους ιδιαίτερους πολιτικούς δρώντες, οι οποίοι πραγματώνουν κι υλοποιούν, μέσα στην ιστορική προοπτική και με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας ή τελικότητας, αυτές τις ίδιες αναλλοίωτες αρχές. Μ’ άλλα λόγια, το πρώτο καθήκον μας είναι να γράψουμε, σαν να υπήρχε, μια ιστορία της κομμουνιστικής αιωνιότητας, μ’ έναν εξωπραγματικό Μποργκεσιανό τρόπο. Η κομβική έννοια, απ’ αυτή την άποψη, δεν είναι η ορθόδοξη έννοια των φάσεων μιας διαλεκτικής περιοδολόγησης, αλλά των ακολουθιών της κομμουνιστικής υπόθεσης κάτω από έναν αυστηρά εμμενή προσδιορισμό.

Όμως, εκτός από το να αφεθεί η κομμουνιστική υπόθεση να λάμψει μ’ όλη εκείνη τη διαχρονική λαμπρότητα της Πλατωνικής ή Καντιανής Ιδέας, ο κομμουνισμός πρέπει επίσης να πραγματοποιηθεί και να οργανωθεί σαν την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Μ’ άλλα λόγια, ο κομμουνισμός πρέπει να ξαναβρεί την εγγραφή του μέσα στο συγκεκριμένο σώμα ή τη σάρκα του πολιτικού υποκειμένου –ακόμη κι αν μια τέτοια πράξη υποκειμενικοποίησης δεν περνά πια μέσα από την παραδοσιακή μορφή του κόμματος, για να ενσαρκωθεί. Μετά λοιπόν από την ιστορικοποίηση της αιωνιότητας, αυτό είναι το δεύτερο καθήκον για την ανανέωση της κομμουνιστικής υπόθεσης στην τρέχουσα κατάστασή μας. Όπως γράφει ο Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: “Το σημείο όπου μια στιγμή της σκέψης αφαιρείται από το κράτος, εγγράφοντας την αφαίρεση αυτή στο είναι, συγκροτεί το πραγματικό της πολιτικής. Και μια πολιτική οργάνωση δεν έχει άλλο σκοπό από το ‘να κρατά το κερδισμένο βήμα’ (‘tenir le pas gagné,’ μια αναφορά στο Μια Εποχή στην Κόλαση του Rimbaud), δηλαδή, να παρέχει ένα σώμα για εκείνη τη σκέψη, η οποία, μέσα από τη συλλογική ανάμνηση, μπορεί πάντα να βρίσκει τη δημόσια χειρονομία της ανυπακοής, που τη θεμελιώνει.” [32] Αλλά, φυσικά, αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που μπορούν να βρεθούν οι αιτίες όλων των κύριων διαφωνιών, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων μεταξύ των συμμετεχόντων του παρόντος συνεδρίου.

Όμως, σε διάφορα σημεία στη Δύναμη των Πληβείων, έχει αρκετό ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Γκαρσία Λινέρα εφιστά την προσοχή μας σε μια επιστολή του Μαρξ προς τον Freiligrath, γραμμένη στις 29 Φεβρουαρίου 1860, όπου γράφει ο Μαρξ ότι, μετά τη διάλυση της Λίγκας των Κομμουνιστών το 1852, ο ίδιος δεν ανήκε ούτε σ’ αυτή ούτε, το ίδιο διάστημα, και σε καμία άλλη δημόσια ή μυστική οργάνωση, [κι εδώ παραθέτω το απόσπασμα από την επιστολή του Μαρξ] “επειδή το κόμμα, μ’ αυτήν την εντελώς εφήμερη έννοια, έχει παύσει να υπάρχει για μένα πριν από οκτώ χρόνια […]. Όταν μιλούσα για το κόμμα, το καταλάβαινα με τη μεγάλη ιστορική έννοια της λέξης.” [33] Με βάση αυτό, θα προχωρήσει ο Γκαρσία Λινέρα να μας καλέσει για μια επανάκτηση κι ορθή κατανόηση των δυο αυτών εννοιών του κόμματος, την εφήμερη και τη μεγάλη ιστορική έννοια, μέσα από τρόπους που ταιριάζουν απόλυτα με κάποια από τα λιγότερο γνωστά λόγια του Μπαντιού πάνω στο ίδιο θέμα, ακόμη και μέχρι τη Μεταπολιτική του, στα οποία κάνει έκκληση για μια στρατευμένη μορφή της πολιτικής χωρίς κόμμα:

Η ιστορική κι η εφήμερη έννοια του κόμματος σχηματίζουν μια ιστορική διαλεκτική του κόμματος στον Μαρξ, την οποίαν οφείλουμε να υπερασπίσουμε σήμερα, όντας αντιμέτωποι με την τραγική εμπειρία του κόμματος-κράτους, που κυριαρχεί στα οργανωτικά βιώματα ενός μεγάλου τμήματος της Αριστεράς σ’ όλον τον κόσμο. Το κόμμα-κράτος, σ’ όλες τις περιπτώσεις, ήταν το αντίγραφο-μινιατούρα του ιεραρχικού κρατικού δεσποτισμού, ο οποίος είχε αλλοτριώσει τη στρατευμένη βούληση μέσα στην παντοδύναμη εξουσία των αφεντικών και των κομματικών στελεχών. Μ’ αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται πλέον οι επαναστατικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί, καθώς οι κομματικοί μηχανισμοί αυτοί επιδεικνύουν μια εκπληκτική ικανότητα ανάμειξης με την κρατική μηχανή, προσπαθώντας να την αναδομήσουν έτσι ώστε να κατέχουν την αποκλειστική λειτουργία της απαλλοτρίωσης της γενικής βούλησης και ταυτόχρονα να ενισχύουν την ορθολογικότητα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, από την οποία [το κράτος-κόμμα] αναδύθηκε. [34]

Μήπως όμως μπορούμε να συναρθρώσουμε την ιδέα αυτή της επανάκτησης του κόμματος στο πλαίσιο της μεγάλης ιστορικής έννοιας μαζί με την ακόλουθη εκπληκτική υπεράσπιση της κομματικής-μορφής της πολιτικής από μεριάς Μπαντιού; “Είναι κρίσιμο να τονίσουμε ότι, για τον Μαρξ ή για τον Λένιν, οι οποίοι κι οι δυο συμφωνούν στο σημείο αυτό, το πραγματικό χαρακτηριστικό του κόμματος δεν είναι η σταθερότητά του, αλλά μάλλον το πορώδες του ως προς το συμβάν, η διαχυτική ευελιξία του απέναντι σ’ απρόβλεπτες περιστάσεις,” διαβάζουμε στην Μεταπολιτική του Μπαντιού. “Επομένως, αντί να αναφέρεται σ’ ένα πυκνό, περιορισμένο κομμάτι της εργατικής τάξης –αυτό που ο Στάλιν θα το ονομάσει ‘απόσπασμα’– το κόμμα [πρέπει να] αναφέρεται σε μια αποκαθηλωμένη πανταχού παρουσία, της οποίας ο ιδιαίτερος ρόλος είναι λιγότερο η αντιπροσώπευση της τάξης και περισσότερο η εξασφάλιση της ισότητάς της μ’ ο,τιδήποτε η ιστορία παρουσιάζει σαν απίθανο και περίσσιο σε σχέση με την ακαμψία των συμφερόντων, είτε υλικών ή εθνικών. Επομένως, οι κομμουνιστές ενσαρκώνουν την απεριόριστη πολλαπλότητα της συνείδησης, την ανυπόμονη πλευρά της, κι, άρα, και την επισφάλεια του [κοινωνικού] δεσμού, παρά τη σταθερότητά του. Δεν είναι άσκοπο λοιπόν το απόφθεγμα ότι το προλεταριάτο ότι δεν έχει τίποτε άλλο να χάσει εκτός από τις αλυσίδες του κι έχει έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσει.” [35]

Τέλος, σε σχέση με το κράτος, ο Γκαρσία Λινέρα προφανώς συμμερίζεται την ιδέα, την οποίαν είχαν εκφράσει στο σύνολό της ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού, δηλαδή ότι, με τα λόγια του Ένγκελς, “το σύγχρονο κράτος, σ’ οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, ουσιαστικά είναι ένας καπιταλιστικός μηχανισμός, είναι το κράτος των καπιταλιστών, ο ιδανικός συλλογικός καπιταλιστής.” [36] Κι επιπλέον, ο άνθρωπος, ο οποίος σε λίγο θα γίνει ο Αντιπρόεδρος της Βολιβίας [με μια φρασεολογία, που θυμίζει τις διατυπώσεις του Ρανσιέρ], προειδοποιεί επίσης ενάντια σ’ αυτό που το αποκαλεί “ένα είδος κρατικισμού, το οποίο το ονειρεύεται ο πρωτόγονος αναρχισμός. Η αφέλεια μιας κοινωνίας έξω από το κράτος δεν θα αποτελούσε τίποτε περισσότερο από έναν αθώο συλλογισμό, αν δεν επρόκειτο για το γεγονός ότι έτσι ‘ξεχνιέται’ ή κρύβεται πώς το κράτος ζει σε βάρος των πόρων ολόκληρης της κοινωνίας, εκχωρώντας με ιεραρχικό τρόπο τα αγαθά αυτά, με σκοπό τη διεύρυνση του συνόλου των κοινωνικών ανισοτήτων, και τεμαχισμών και καθοσιώνοντας την πρόσβαση σ’ αυτές τις δυνάμεις, μέσω της καταστολής που ασκεί και της νομιμοποίησης που παίρνει από το σύνολο των μελών της κοινωνίας. Το κράτος είναι λοιπόν μια ολική κοινωνική σχέση, όχι μόνο ο στόχος της φιλοδοξίας των ‘δυνατών’ ή των ‘διψασμένων για την εξουσία.’ Το κράτος, με κάποια έννοια, μας διαπερνά όλους κι από εκεί είναι που πηγάζει το δημόσιο νόημά του.” [37] Μ’ άλλα λόγια, ακόμη και το κράτος είναι τελικά δομημένο πάνω στο δυναμικό των πληβείων, οι οποίοι μπορούν πάντοτε να απαλλοτριώσουν τους απαλλοτριωτές, παίρνοντας πίσω αυτό που για τους τελευταίους πέντε αιώνες όριζε την κλεψιά της σύγχρονης εξουσίας στη Λατινική Αμερική.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη, αφού είχε ήδη αναλάβει τη θέση του δεύτερου στην ιεραρχία του κρατικού μηχανισμού της χώρας του, ο Γκαρσία Λινέρα πηγαίνει ακόμη τόσο μακριά ώστε να προτείνει τη δυνατότητα ότι το κράτος, εφόσον θα υπόκειται σε μια νέα συγκροτησιακή (constituent) εξουσία, να αποτελεί μια από τις ενσαρκώσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την κομμουνιστική υπόθεση. Προφανώς, το να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό θα ήταν ανακόλουθο από μεριάς ενός Αντιπροέδρου. Ακόμη όμως κι έτσι, βρίσκω τα λόγια του, όπως συνήθως, να είναι πειστικά και προκλητικά και, γι’ αυτό, θα τα παραθέσω εν εκτάσει:

Ο γενικός ορίζοντας της εποχής μας είναι κομμουνιστικός. Κι ο κομμουνισμός αυτός θα πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στη βάση των ικανοτήτων αυτο-οργάνωσης των κοινωνιών, των διαδικασιών παραγωγής και διανομής του κοινοτιστικού (comunitaria), αυτο-διαχειριζόμενου πλούτου. Όμως, αυτή τη στιγμή, προφανώς ο ορίζοντας αυτός δεν είναι άμεσος, αλλά επικεντρώνεται στην κατάκτηση της ισότητας, την ανακατανομή του πλούτου, τη διεύρυνση των δικαιωμάτων. Η ισότητα είναι θεμελιώδης, επειδή σπάζει μια αλυσίδα πέντε αιώνων δομικής ανισότητας, κι αυτός είναι ο στόχος της εποχής, στο βαθμό που οι κοινωνικές δυνάμεις μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε, όχι γιατί από μόνοι μας το προδιαγράφουμε με τέτοιο τρόπο, αλλά γιατί αυτό είναι που βλέπουμε. Ή, καλύτερα, κινητοποιούμαστε έχοντας τα μάτια μας, γεμάτα μ’ ανυπομονησία και λαχτάρα, στραμμένα προς τον κομμουνιστικό ορίζοντα. Αλλά ήμασταν σοβαροί κι αντικειμενικοί, με την κοινωνική έννοια του όρου, όταν σηματοδοτούσαμε τα όρια αυτής της κινητοποίησης. Κι από εδώ προήλθε η αντιδικία με διάφορους compañeros για το τι ήταν δυνατό να κάνουμε. Όταν μπήκα στην κυβέρνηση, αυτό που έκανα ήταν να επικυρώσω και να αρχίσω να λειτουργώ στο επίπεδο του κράτους σε σχέση μ’ αυτήν την ανάγνωση της τρέχουσας στιγμής. Επομένως, τι γίνεται με τον κομμουνισμό; Τι μπορεί να γίνει από το κράτος σε σχέση με τον κομμουνιστικό ορίζοντα; Να υποστηριχθεί όσο γίνεται περισσότερο το ξεδίπλωμα των οργανωτικών ικανοτήτων της ίδιας της κοινωνίας. Μέχρι αυτού του σημείου μπορεί να φθάσει αυτό που ένα αριστερό κράτος, ένα επαναστατικό κράτος, μπορεί να κάνει. Να διευρύνει την εργατική βάση και την αυτονομία του κόσμου της εργασίας, να καταστήσει δυνατές τις μορφές της κοινοτιστικής οικονομίας, όταν δημιουργηθούν πολλά κοινοτιστικά δίκτυα, διαρθρώσεις και σχέδια. [38]

Σ’ ό,τι αφορά εκείνους από μας που πάσχουμε από το σύνδρομο ADD της ελλειμματικής προσοχής ή που στρέφουμε την προσοχή μας μόνο στα πιο κοντινά μας πράγματα κι ονειρευόμαστε να μην έχουμε τίποτε να κάνουμε με κανέναν κρατικό μηχανισμό, οποιοσδήποτε κι αν είναι, ίσως το πρώτο και πρωταρχικό καθήκον μας πρέπει να είναι να εγκαταλείψουμε όλες εκείνες τις εικόνες, που θα μπορούσαν να μοντελοποιήσουν την ιστορία του κομμουνισμού πάνω στη ζωή των ανθρώπων, από τη γέννηση, τη νηπιακή ηλικία, την εφηβεία ως τα γεράματα και τον θάνατο. Όλα αυτά τα σχήματα μπορεί, τελικά, να φαίνονται ότι αποτελούν μια ιστορικοποίηση του κομμουνισμού μέσω της ηλικίας του, αλλά, αντίθετα με μια παρουσίαση των διαδοχικών περιόδων, στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνουν την υπονοούμενη υπόθεση ότι ο κομμουνισμός είναι κυρίως ένα περαστικό επεισόδιο μέσα στον καπιταλισμό, ο οποίος, αντίθετα, εμφανίζεται να είναι αθάνατος –ή, μ’ έναν εκχυδαϊσμό του ίδιου επιχειρήματος, να είναι πρασαρμοσμένος στην ανθρώπινη φύση. Όμως, ένας από τους λακωνικότερους ορισμούς του Μαρξ του ιδεολογικού έργου του κομμουνισμού έρχεται από μια παραπομπή στον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στο Για το Εβραϊκό Ζήτημα: “Οποιοσδήποτε τολμά να αναλάβει να εδραιώσει τους λαϊκούς θεσμούς πρέπει να αισθάνεται ο ίδιος ικανός να αλλάξει την ανθρώπινη φύση, σαν αυτή να υπήρχε.” Αυτός ο εγωιστικός ατομικισμός της ανθρώπινης φύσης, η οποία, δυστυχώς, ρίχνει τη σκιά της ακόμη και πάνω στη ρητορική του Λένιν στο φυλλάδιό του ενάντια στον αριστερισμό σαν την παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, είναι το πρώτο πράγμα, που χρειάζεται να καταστραφεί σαν μέρος των πρακτικών του κομμουνισμού, ιδωμένου όχι σαν ένα επερχόμενο ιδανικό, αλλά σαν η καταστροφή της τρέχουσας κατάστασης πραγμάτων.

Σημειώσεις

[1] Karl Marx & Friedrich Engels, The German Ideology, επιμ. C. J. Arthur (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1991), σελ. 56-57.
[2] Mao Zedong, “Critique of Stalin’s Economic Problems of Socialism in the USSR [1958],” On Practice and Contradiction, εισαγ. Slavoj Zizek (Λονδίνο-Νέα Υόρκη: Verso, 2007), σελ. 118.
[3] Ή επίσης: “Μη ρωτάτε: Τι μπορεί ο Σλάβοϊ Ζίζεκ να κάνει για μένα; Να ρωτάτε: Τι μπορείτε εσείς να κάνετε για τον Σλάβοϊ Ζίζεκ;”
[4] Vladimir I. Lenin.
[5] Daniel και Gabriel Cohn-Bendit.
[6] Badiou, ‘Philosophy and the “death of communism,”’ στο Infinite Thought: Truth and the Return of Philosophy, μετάφρ. και επιμ. Oliver Feltham και Justin Clemens (Λονδίνο: Continuum, 2003), σελ. 126-127. Δείτε επίσης The Century και το “Η Κομμούνα του Παρισιού” για το “εμείς.”
[7] Communists Like Us: New Spaces of Liberty, New Lines of Alliance (Les Nouvelles alliances 1986, μετάφρ. 1990).
[8] Marx, επιστολή προς τον Arnold Ruge, Σεπτέμβρη 1843, δημοσιευμένη στο Deutsch-Französische Jahrbücher. Δείτε επίσης Mao: “Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να εκθέσουν τις πλάνες των αντιδραστικών και των μεταφυσικών, να διαδώσουν τη διαλεκτική, που είναι εγγενής στα πράγματα, κι, έτσι, να επιταχύνουν το μετασχηματισμό των πραγμάτων και να επιτύχουν τους σκοπούς της επανάστασης” (σελ. 96). Δείτε επίσης Lenin: “Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, η ρήξη είναι καλύτερη από τη σύγχυση.” Καθώς και Badiou: “Καλύτερα καταστροφή (désastre) παρά ανυπαρξία (désêtre).”
[9] Παραπομπή του ίδιου του Lenin.
[10] Mao, “On Practice [1937],” Selected Works, τομ. 1.
[11] Badiou, Théorie de la contradiction, σελ. 69.
[12] Ibid.
[13] Ibid., σελ. 72.
[14] Ibid., σελ. 53.
[15] Ομάδα Yénan-Philosophie, “Etat de front,” La situation actuelle sur le front philosophique, 12. Επιπρόσθετα με τους Deleuze, Lacan κι Althusser, κι ένας τέταρτος φιλόσοφος –ο Michel Foucault– αναφέρεται σε μια υποσημείωση σαν το θέμα μιας μελλοντικής συζήτησης, αλλά στην πραγματικότητα η πολεμική αυτή ποτέ δεν έγινε. Παρεμπιπτόντως, θα έλεγα, το κενό αυτό μπορεί ακόμη να γίνει αντιληπτό και στην τρέχουσα δουλειά του Badiou, στην οποία κάποιοι αναγνώστες θα ήθελαν να έβλεπαν μια πιο ζωηρή αντιπαράθεση ιδιαίτερα με τα τελευταία σεμινάρια του Foucault στο Collège de France, πάνω στην βιοπολιτική και την ερμηνευτική του υποκειμένου.
[16] Ibid., σελ. 10. Η αναφορά στην αρχιπολιτική προσπάθεια του Nietzsche “να σπάσει την ιστορία του κόσμου στα δυο” προβλέπει μια μελλοντική εκδοχή της ίδιας πολεμικής, στην οποία ο Badiou για μια ακόμη φορά θα απορρίψει τη ριζοσπαστική-αναρχική φιγούρα του ανταγωνισμού, ή του δυο σαν τέτοιο, σαν τμήμα της προβληματικής κληρονομιάς του Nietzsche. Δείτε Badiou, Casser en deux l’histoire du monde? (Paris: Les Conférences du Perroquet, 1992). Συγκρίνετε επίσης με το πρόσφατο βιβλίο της Alenka Zupančič, το οποίο εμπνέεται σε βάθος από τις απόψεις του Badiou, The Shortest Shadow: Nietzsche’s Philosophy of the Two (Cambridge: The MIT Press, 2003).
[17] Louis Althusser, ‘The ‘Piccolo Teatro’: Bertolazzi and Brecht. Notes on a Materialist Theatre’, στο For Marx, μετάφρ. Ben Brewster (Λονδίνο: Verso, 1990), σελ. 139.
[18] Rancière, “La bergère au Goulag,” σελ. 317-318.
[19] Ibid., 319.
[20] Ibid.
[21] Gilles Deleuze, Foucault (París: Minuit, 1986), σελ. 95 και 51.
[22] Badiou, “Le flux et le parti,” La situation actuelle sur le front philosophique, σελ. 25.
[23] André Glucksmann, La cuisinière et le mangeur d’hommes (Paris: Éditions du Seuil, 1975), σελ. 21.
[24] Badiou & Balmès, De l’idéologie, σελ. 52-53.
[25] Badiou, Infinite Thought, σελ. 136-137. Για μια γενική αρχή πολιτικής-κράτους: “Αλλά η πολιτική, στο βαθμό που αποτελεί μια συνθήκη της φιλοσοφίας, είναι μια υποκειμενική διαδικασία της αλήθειας. Δεν είναι ούτε το πρωταρχικό διακύβευμα, ούτε η ενσάρκωση του κράτους” (D’un désastre, σελ. 54) –έτσι μεταφράσθηκε στα Αγγλικά το σχετικό εδάφιο, ενώ η σωστή μετάφραση είναι: “Το κράτος δεν είναι ούτε το πρωταρχικό διακύβευμα, ούτε η ενσάρκωση [της φιλοσοφίας].” “Η ιστορία της πολιτικής, φτιαγμένη από τις αποφάσεις της σκέψης και των διακινδυνευμένων συλλογικών δεσμεύσεων, είναι εντελώς διαφορετική, επαναλαμβάνω, από την ιστορία του κράτους” (σελ. 55, lacanian ink σελ. 86). Δείτε τι ήδη έγραφε ο Badiou στην Θεωρία του Υποκειμένου (TS): “Ο κομμουνισμός, που ποτέ δεν ήταν εγγυημένος από το σοσιαλιστικό κράτος: Κάτω από το πρόσχημα της υπεράσπισης των νόμιμων μηχανισμών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το κράτος ουσιαστικά αποτελεί το παράνομο ον της κάθε νομιμότητας, της βίας του δικαίου και του νόμου ως μη-νόμου. Από την άλλη μεριά, το θέμα του κομμουνισμού είναι η δικαιοσύνη, λόγω της απαίτησης ότι, κάτω από τις συνθήκες του μαρασμού των τάξεων και του κράτους, ο μη-νόμος θα γίνει ο τελευταίος νόμος της προλεταριακής πολιτικής. Ο κομμουνισμός, ως η μόνη σύγχρονη θεωρία της επανάστασης, υλοποιεί την αγωνιστική υποκειμενικότητα της καθολικής αρχής της δικαιοσύνης, δηλαδή, του μη-νόμου ως νόμου” (TS). “Θα μπορέσετε να ρίξετε λίγο φως στο σημείο αυτό, αν γνωρίζετε ότι αυτό, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι Μαρξιστές θέλουμε να τερματίσουμε, είναι το θέμα της εγγύησης του κομμουνισμού από το σοσιαλιστικό κράτος. Το κράτος, ως αιτιατό αποτέλεσμα του αφανισμού των μαζών, εδραιώνει την αλγεβρική προδιάθεση της πολιτικής. Διακηρύσσουμε ότι, σοσιαλιστικό ή μη και παρότι πάντα απαραίτητο για την κατανόηση της δράσης, το κράτος δεν εγγυάται τίποτε ως προς την υποκειμενική υλοποίηση του κομμουνισμού” (TS). “Για να πιστέψει το αντίθετο, πρέπει κανείς να φαντασθεί αυτό το σοσιαλιστικό κράτος σαν μια εξαίρεση, σαν το κράτος σε κατάσταση εξαίρεσης, που είναι από μόνο του ικανό να αναπτύξει τον αλγόριθμο του δικού του μαρασμού, ενώ ο Λένιν ήδη γνώριζε ότι το οποιοδήποτε σύγχρονο κράτος, συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλιστικού, είναι εγγενώς αστικό κι, επομένως, έχει να κάνει, ως προς την κομμουνιστική τοπολογία, με την κατηγορία της δομής και των εμποδίων” (TS).
[26] Badiou, “The Communist Hypothesis,” New Left Review 36. Δείτε επίσης την TS: Σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, το πρόβλημα δεν είναι πλέον το Κράτος κι η Επανάσταση, αλλά το Κράτος κι ο Κομμουνισμός.” Επίσης στην TS: “Το Λενινιστικό κόμμα είναι η ιστορική απάντηση σ’ ένα πρόβλημα, το οποίο είναι καθολικά εγγεγραμμένο μέσα στην αντίφαση κράτους-επανάστασης. Αντιμετωπίζει τη νικηφόρα καταστροφή. Τι λοιπόν συμβαίνει σ’ αυτό το κόμμα ως προς την αντίφαση κράτους-κομμουνισμού, δηλαδή, σε σχέση με τη διαδικασία, μέσω της οποίας το κράτος –κι οι τάξεις– δεν πρέπει απλώς να καταστραφούν, αλλά να μαραζώσουν και να αφανισθούν, ως αποτέλεσμα της μετάβασης;” Ακόμη στη TS: “Η σφαίρα του Λενινισμού δεν αφήνει κανένα πραγματικό χώρο, όταν πάει στο κόμμα, για το πρόβλημα του κομμουνισμού ως τέτοιου. Η δουλειά της είναι το κράτος, η νίκη του ανταγωνισμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση αρχίζει με την εγκαθίδρυση αυτού του μη κατοικήσιμου χώρου. Μας καλεί να ονομάσουμε ‘κόμμα νέου τύπου’ το μετα-Λενινιστικό κόμμα, το κόμμα για τον κομμουνισμό, στη βάση του οποίου μπορούμε να αναπλάσουμε ολόκληρο το πεδίο της Μαρξιστικής πράξης.”
[27] Σχετικά με τις νέες συνθήκες της εργασίας, αυτό μοιάζει με μια υπονοούμενη κριτική του λόγου του Badiou στο “Εργοστάσιο σαν συμβαντικός τόπος” (“L’usine comme site événementiel”): “Πολλοί φιλελεύθεροι ιδεολόγοι έχουν δει στην εξάλειψη αυτή του κλασικού εργάτη ένα επιχείρημα για την υποβάθμιση του ρόλου του εργάτη και παραδόξως ενορχηστρώνουν τις παρεμβάσεις τους με κάποιο ψευτο-αριστερίστικο λόγο, που θέλει τον μαζικό εργάτη των μεγάλων εταιριών να αποτελεί την καθοριστική και την αποκλειστική μορφή της συγκρότησης της εργασίας” (σελ. 109). “Ο σύγχρονος κοινωνικός εργάτης δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στα μεγάλα εργοστάσια με τους μισθωτούς εργαζόμενους, που έχουν σταθερά συμβόλαια. Βρίσκεται στις επιχειρήσεις των ανάδοχων εργολάβων, στις μικρο-επιχειρήσεις, στην οικιακή εργασία, σε μια σειρά από ασχολίες, που περιστρέφονται γύρω από τη λογική της αποτίμησης της αξίας, όπως την καθορίζουν οι πρώτοι. Βρίσκεται στις κατασκευές, στα ορυχεία, στις μεταφορές. Στα μέσα επικοινωνίας, στα αεροδρόμια, στην παραγωγή των υπηρεσιών. Στα εργαστήρια, όπου ανακαλύπτονται τα νέα προϊόντα, στους σκουπιδότοπους των πόλεων κ.λπ.” (σελ. 109-110).
[28] Jacques Rancière (μαζί με την Danielle Rancière), “La légende des philosophes. Les intellectuels et la traversée du gauchisme,” Les Scènes du peuple, σελ. 307-308. Πρέπει φυσικά να προσθέσω ότι αυτή η καυστική κατανόηση του ρόλου της φιγούρας του πληβείου δεν υποχρέωσε τον ίδιο τον Ρανσιέρ να μην παρουσιάσει το έργο του Gauny σαν το έργο ενός “φιλοσόφου των πληβείων.”
[29] García Linera, σελ. 59-60.
[30] Παρατιθέμενο σελ. 65.
[31] Αλλά για τον Λινέρα, αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του πολιτικού κόμματος κατά τον Μαρξ: “Το κόμμα γίνεται, έτσι, η κινητήρια δύναμη της ιστορικής συγκρότησης των προλεταριακών μαζών σαν το υποκείμενο, το οποίο τις οδηγεί προς τον προορισμό τους δια μέσου της οικοδόμησης των πολλαπλών και μαζικών πρακτικών μορφών, που μπορούν να παραγάγουν μια πραγματικότητα διαφορετική απ’ αυτήν της επικυριαρχίας του κεφαλαίου. Το κόμμα, μ’ αυτήν την έννοια, γίνεται κάποια υλική πράξη των μαζών, ούτε των κλικών, ούτε των πρωτοποριών. Είναι ένα κίνημα πρακτικών δραστηριοτήτων, κι όχι απλώς θεωρητικής διερεύνησης, είναι η ταξική πάλη της ίδιας της εργατικής τάξης, κι όχι ένα πρόγραμμα ή ‘ένα ιδανικό για την υπαγωγή σ’ αυτό της πραγματικότητας’” (σελ. 122).
[32] Alain Badiou, D’un désastre obscur: Sur la fin de la vérité d’État (Paris: l’Aube, 1998).
[33] Marx, επιστολή προς τον Freiligrath, παρατιθέμενη στο Álvaro García Linera, La potencia plebeya: Acción colectiva e identidades indígenas, obreras y populares en Bolivia, επιμ. Pablo Stefanoni (Buenos Aires: Prometeo/CLACSO, 2008), σελ. 82.
[34] García Linera, σελ. 130.
[35] Alain Badiou, Metapolitics, μεταφρ. Jason Barker (London: Verso, 2005), σελ. 74-75.
[36] Engels, “Από τον ουτοπικό σοσιαλισμό στον επιστημονικό σοσιαλισμό.” Ας μην ξεχνάμε ακόμη και τη στροφή του ίδιου του Μαρξ σε σχέση με το κράτος: στη διόρθωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, μετά την Κομμούνα του Παρισιού. Ο Álvaro García Linera παραπέμπει στον Balibar πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, στο έργο του Cinq études du matérialisme historique. Συμπέρασμα: “Δεν υπάρχει λοιπόν καμία δυνατή κοινωνική επαναστατικοποίηση κι επακόλουθη εθνική οικοδόμηση από το παλιό κράτος. Το καθήκον αυτό μπορεί μόνο να έρθει σαν η κίνηση της κοινωνίας για την αυτο-οργάνωσή της, σαν μια δημιουργική και ζωτική ώθηση της κοινωνίας των πολιτών, για να οργανωθεί ως έθνος” (σελ. 50). Δείτε επίσης την αρνητική αποτίμηση της υποκειμενικής διαφθοράς, η οποία υποχρεωτικά έπεται των συμβιβασμών με το κράτος, στις “3 προκλήσεις…”
[37] García Linera, σελ. 231-232, σημ. 277.
[38] García Linera, σελ. 21. “Μια άλλη επιλογή είναι η προαγωγή των σχεδίων (πρότζεκτ) της εθνικής αυτονομίας των ιθαγενών, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο σχηματισμό νέων κρατών με σύνθεση την πλειοψηφία των ιθαγενών, όπως στην περίπτωση, για παράδειγμα, αυτών που μιλούν τα Aimara, που αποτελούν μια πολιτισμική κοινότητα, στην οποία έχει γίνει η μεγαλύτερη δουλειά εθνικής πολιτικοποίησης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, δημιουργώντας ένα εθνικοποιημένο πολιτικό σώμα, πέρα από την παρουσίαση της δυναμικής εθνικής πυκνότητας, για την πραγματοποίηση αυτών των προτάσεων του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού” (σελ. 241). “Μια τρίτη επιλογή, απαλλαγμένη των πολιτισμικών τραυμάτων, θα ήταν ο σχεδιασμός μιας νέας κρατικής δομής ικανής να ενσωματώσει μέσα σ’ όλο το θεσμικό πλαίσιο, στην κατανομή των εξουσιών και στην κανονικότητα της πολιτικής, αυτές τις δυο μεγάλες διαστάσεις του κοινωνικού χαρακτήρα της Βολιβίας: την εθνικο-πολιτισμική ποικιλότητα και τον πολιτισμικό πλουραλισμό της συμβολικής τάξης των πραγμάτων και των τεχνικών διαδικασιών της οργάνωσης του συλλογικού κόσμου” (σελ. 242). Δείτε επίσης τη δουλειά του Fausto Reinaga για μια Δημοκρατία των Ινδιάνων: “Πρόκειται για ένα λόγο (discurso), που δεν ζητά από το κράτος το δικαίωμα της πολιτειότητας, αλλά καθιστά σαφές ότι θα πρέπει να είναι οι ίδιοι οι ιθαγενείς αυτοί που θα πρέπει, επειδή το θέλουν, να είναι οι ηγέτες του κράτους. Ένα κράτος, το οποίο, ακριβώς εξ αιτίας της παρουσίας των Ινδιάνων, θα πρέπει να συγκροτηθεί μέσα στο άλλο κράτος και στην άλλη πολιτεία, στο βαθμό που η σύγχρονη κρατική πολιτεία υπήρξε μια δομή εξουσίας, που αναπτύχθηκε με τον αποκλεισμό και την εξόντωση των ιθαγενών” (σελ. 384). “Αυτό που μένει να μάθουμε για την πολυποίκιλη αυτή ανάπτυξη της Ινδιάνικης σκέψης είναι αν θα συνιστά μια σύλληψη του κόσμου, η οποία παίρνει τη μορφή μιας κυρίαρχης σύλληψης του κράτους, ή αν, όπως φαίνονται να υπαινίσσονται οι οργανωτικές αδυναμίες, τα πολιτικά σφάλματα κι οι εσωτερικοί θρυμματισμοί των συλλογικοτήτων, που τη διεκδικούν, θα είναι μια ιδεολογία λίγων πολιτικών δρώντων, οι οποίοι μόνο θα χειρίζονται τις υπερβολές της κρατικής επικυριαρχίας ασκούμενης από τα πολιτικά υποκείμενα και τις τάξεις, που συνήθως κρατούν την εξουσία” (σελ. 391).

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.